Tuesday, December 21, 2010

Richeine bitte!


Ακούμε αποβραδύς τα νέα των οκτώ, χιόνια, κακοκαιρία και ακυρώσεις πτήσεων από και προς την κεντρική Ευρώπη. Στην Ελλάδα φυσάει νοτιάς, έχει 18 βαθμούς και έχω βγάλει τη μπέμπελη με τις κάλσες. Αύριο πετάμε για Γερμανία, λογίζεται κεντρική Ευρώπη; Τρώμε μια πίτα γύρο χοιρινό να πάει κάτω η ανησυχία...

Ξυπνάμε πουρνό-πουρνό με την αυγούλα, σαν τσιμεντόλιθος η πίτα γύρος χοιρινός χτίζει μαντρότοιχο στο στομάχι μου. Φορτώνομαι μια τσάντα χιαστί με τα απαραίτητα, τη βαλίτσα, την τσάντα με τους κουραμπιέδες (τους χειροποίητους) στο χέρι το δεξί και την τσάντα με τα πουράκια Caprice στο αριστερό. Έτοιμοι για το ταξίδι!

Εμείς, γιατί το αεροπλάνο είχε άλλα σχέδια. Έκανε πατινάζ στο παγοδρόμιο που είχε στηθεί ειδικά για την περίσταση στο αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης, ξεχάστηκε και ήρθε Ελλάδα κάπως αργά. Ενωμεταξύ, χάλασα στο Ελ. Βενιζέλος όσα λεφτά είχα στην τσάντα μου (ευτυχώς δηλαδή που δε χρησιμοποίησα και πιστωτική!) και κατέληξα με 3 τσάντες έξτρα στο κάθε χέρι. Ευτυχώς είχα δώσει τη βαλίτσα... Έφαγα κι ένα σαντουίτς ελαφρύ για να μη χάσω γεύμα.

Μας φορτώσανε καμιά φορά στο αερόπλανο και φύγαμε τελικά με 3 ώρες καθυστέρηση...

Ξεφύλλισα κατευθείαν το περιοδικό για on-board shopping μπας και βρω καμιά προσφορά. Τζίφος!

Διάβασα μισό βιβλίο Κίρκης και χαχάνισα μονάχη μου, έφαγα ένα τελείως ανάλατο φαγητό και σκέφτηκα πως η Μέρκελ προσέχει την υγεία των εργατών της, συνέχισα με Κίρκη και τελικά δέησε ο πιλότος και φτάσαμε.

Με το που άνοιξαν οι πόρτες μπήκε το πολικό το ψύχος και μετάνιωσα που έβαλα την μπλούζα την ξεΐγλωτη με το ντεκολτέ φόρα παρτίδα. Τυλίχτηκα κακήν κακώς με ένα κασκόλ-κουβέρτα μπας και το σώσω και επιβιώσω.

Στο δρόμο για την παραλαβή των αποσκευών μια κυρία, απελπισμένη Ελληνίδα, είχε χάσει την connecting πτήση για Τορόντο εδώ και 2 ώρες (προφανώς!), καθόταν στη μέση ενός διαδρόμου, τα μάτια της έτρεχαν και ζητούσε βοήθεια. Μέσα της θα καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που πήρε την απόφαση να επισκεφτεί εκείνους τους ξενιτεμένους συγγενείς της, άτιμη μοίρα που άλλους τους ανεβάζεις κι άλλους στα τάρταρα! Την πήγαμε για τακτοποίηση σε ένα γκισέ της Lufthansa.

Παραλάβαμε τις αποσκευές μας, κινηθήκαμε γρήγορα προς το χαμένο μας τρένο, η ταχύτητα κίνησης μας δεν έπαιζε ρόλο, έτσι κι αλλιώς το είχαμε χάσει το τρένο από ώρα. Μιας και είχαμε ήδη καθυστερήσει αρκετά και μας έμεναν άλλες 2.5 ώρες ταξίδι αποφασίσαμε να πάρουμε το καλό το τρένο. Είδαμε την τιμή των εισητηρίων και αλλάξαμε αμέσως γνώμη! Αργά και φτηνά, το σύνθημα των απανταχού τσίπηδων.

Ψάξαμε τις κυλιόμενες σκάλες, τους έκαναν συντήρηση. Πώς να ανεβάσεις μια βαλιτσάρα, μια τσάντα χιαστί και τις δυο-τρεις-πεντέξι σακούλες; Ψάξαμε το ασανσέρ, το βρήκαμε, μπήκαμε και περιμέναμε κανένα δεκάλπετο για να καταλάβουμε πως δε μας πάει πουθενά. Και μετά σου λέει πως στη Γερμανία όλα δουλεύουν ρολόι, την τρέλα μου μέσα!

Για να καλμάρουμε την ένταση της στιγμής πήραμε ένα λουκανικάκι 1.5 μέτρο και δύο μπύρες, η μία χωρίς αλκοόλ. Χρόνο είχαμε... Πριν να ανοίξω το κουτάκι μου παρατήρησα (που και δέκα βαθμούς μυωπία να είχα πάλι μάτι έβγαζε!) πως είχε πάνω ένα δάχτυλο (κάθετο) μάκα. Του έκανα στεγνό καθάρισμα, το άνοιξα, ήπια τη μισή με γεύση χώμα και μετά διαπίστωσα πως είχε λήξει 2 μήνες τώρα. Μπα κακό χρόνο , που 2.5 ευρώ για να μου περάσει η δυσκοιλιότητα δεν είναι πολλά, μα είχα 3 ώρες ταξίδι ακόμα!

Δίπλα μας κάποιες Ασιάτισες έτρωγαν με κουτάλι και πιρούνι (ταυτόχρονα) κάτι άλλα ληγμένα απροσδιορίστου χρώματος και ανησυχητικής μυρωδιάς. Αφού μπορούν αυτές με τα ληγμένα θα επιβιώσω κι εγώ, σκέφτηκα τρώγοντας το μισό μέτρο λουκανικάκι μου.

Εντωμεταξύ οι κυλιόμενες σκάλες είχαν συντηρηθεί, ένας Έλληνας κύριος μας ζητούσε πληροφορίες για τα τρένα που φύγαν και το δικό μας αναχωρούσε σε 15'.

Πήρα τις δυο-τρεις-πεντέξι σακούλες μου κι όλα τα υπόλοιπα και περίμενα στην αποβάθρα. Το κρύο ξύριζε τον παπά και ήταν κρίμα που μόλις το προηγούμενο βράδυ είχα κάνει αποτρίχωση.

Στο τρένο είμαι ακόμα, η ληγμένη μπύρα δεν έχει κάνει το θαύμα της, ένας μεθυσμένος στο παραδίπλα κάθισμα πνίγει τον καημό του, τριγύρω έχει χιόνια παντού, ...
Καλά μας Χριστούγεννα στη Γερμανία!

Tuesday, December 14, 2010

Και καλή χρονιά!

Ημερολόγιο 2011 από Σχολείο της Κιμώλου.
Διαφορετικό και μάλλον εύστοχο...





Μα αν τα παιδιά έχουν τέτοια εικόνα για τον κόσμο μας ...

Wednesday, December 8, 2010

Χριστουγεννιάτικο δέντρο και πώς να το στολίσετε...

Μέρες που είναι, τα ενδιαφέροντα έχουν ... μετατοπιστεί. Το στόλισες το Χριστουγεννιάτικο δέντρο; Πού να βρω χρόνο καλέ μου άνθρωπε; Και καλά χρόνο να βρω, αν παραλείψω να κοιμηθώ θα βρω. Ενέργεια όμως; Μου κλέβουν κάμποση τα σκασμένα στα εργαστήρια, έχω βαλθεί να μάθω κιθάρα ντράγκα ντρούγκα εξαντλούμαι η άσχετη, πάω μονόμπαντα έτσι που κάθομαι όλη μέρα μπροστά σε έναν υπολογιστή έχω να κάνω πού και πού καμιά άσκηση για τη μέση η παλιόγρια, στο τέλος πέφτω τ' ανάσκελα (ή τα μπρούμυτα διακρίσεις δεν κάνω) και κάνω τάματα για να ξανασηκωθώ! Το δέντρο μας μάρανε; Για το καλό, σου λέει, για να αλλάξει η διάθεσή σου, σου λέει, μέρες που είναι, σου λέει και τέλος πάντων πιο πολύ κουράζομαι να τους ακούω παρά να το στολίσω και να τελειώνουμε! Κι εκεί που είμαι τ' ανάσκελα (μια συνηθισμένη νύχτα) και προσπαθώ να αποφασίσω αν θα κοιμηθώ ή θα κάνω σκοπιά γερμανικό παρέα με το έλατο, μου έρχεται Η ιδέα! Διότι το σώμα παραδίδεται, το μυαλό όμως ποτέ... Γιατί να το στολίσω εγώ το δέντρο και να μην το στολίσουν οι άλλοι. Ιδού το δόλιο σχέδιο μου βήμα-βήμα:

1. Αρχίζεις 2-3 μέρες νωρίτερα και κάνεις χαριτωμενιές στους γνωστούς/συναδέλφους/φίλους σου.
2. Αφού έχεις ρίξει στάχτη σε όλων τα μάτια, στέλνεις e-mail/παίρνεις τηλέφωνο τα υποψήφια θύματά σου. Ο τόνος σου πρέπει να δηλώνει χαρά, ακόμα και ενθουσιασμό, και να μην αφήνει περιθώρια άρνησης: "Γούχου, τι καλά που έρχονται γιορτές, θα έρθεις να στολίσουμε μαζί το δέντρο". Φυσικά, τα πολλά χέρια είναι πιο αποδοτικά, κάνεις την καρδιά σου πέτρα και για μια φορά θεωρείς φίλους σου και εκείνους που σε παρακαλάνε εδώ κι ένα χρόνο να πάτε για καφέ και όλο τους φτύνεις. Και μιας και το καταστρώνεις το σχέδιο, είναι ευκαιρία να ανανεώσεις τα στολίδια σου, φροντίζεις να καλέσεις παιδιά χουβαρντάδες.
3. Παίρνεις κατεψυγμένες πίτσες από το Lidl, μην σου κοστίσει και ο κούκος αηδόνι, και τις βάζεις στα ταψιά της κουζίνας σου. Το σχέδιο είναι να υποστηρίξεις πως τις έφτιαξες με τα χεράκια σου για να τους υποχρεώσεις.
4. Φέρνεις το δέντρο από την αποθήκη και το αφήνεις στη μέση του σαλονιού. Δε χρειάζεται ούτε από την κούτα να το βγάλεις!
5. Τα υποψήφια θύματα φτάνουν, τους λες να νιώθουν σαν το σπίτι τους, τους αφήνεις να ψάχνουν μόνοι τους τις μπύρες και το ανοιχτήρι. Με την ανοργανωσιά που σε δέρνει δε θα βρουν τίποτα και τελικά θα γλιτώσεις το πλύσιμο...
6. Προφασίζεσαι πως πρέπει να ψήσεις τις πίτσες, που έχεις φτιάξει με τα χεράκια σου (και καλά!), και αυτοί φιλοτιμούνται να βγάλουν τη βάση, τις κλάρες κτλ. από την κούτα και να στήσουν το δέντρο.
7. Το στολίζουν με τα στολίδια που σου έφεραν.
8. Τρώνε την πίτσα με χαρτοπετσέτα, γιατί έτσι πάει, όχι γιατί βαριέσαι να φέρεις τα πιάτα! Σου λένε τι νόστιμη που είναι και σε ευχαριστούν για τον κόπο σου.

Το αποτέλεσμα; Τρία ταψιά λερωμένα, το πλυντήριο τα πλένει, το δέντρο στολισμένο, ζήτημα αν κρέμασα ένα στολίδι!

Άντε βρε και του χρόνου! Το Γεννάρη που θα το ξεστολίσουμε :)



Χρόνια καλά για όλους μας!

Monday, November 29, 2010

Αγροτουριστικό θέρετρο σε χαμηλή τιμή

ελιά η, ουσ [elá]:
1. αειθαλές, καρποφόρο δέντρο με στενά, επιμήκη φύλλα, πράσινα από τη μια επιφάνειά τους και υπόλευκα από την άλλη, που καλλιεργείται για τους εδώδιμους καρπούς του· ελαιόδεντρο: Άγρια / ήμερη ~. Kλαδεύω τις ελιές. Έχει ένα κτήμα με διακόσιες ελιές. Ραβδίζω / τινάζω την ~, για να μαζέψω τους καρπούς της. Γέρικη ~. Ξύλο ελιάς. Kλαδί ελιάς.
2. ο καρπός αυτού του δέντρου· ελαιόκαρπος: Λάδι ελιάς, ελαιόλαδο. Kουκούτσι / πυρήνας ελιάς. Ελιές τσακιστές / πράσινες / ξιδάτες / χαραχτές. Nόστιμες ελιές.
ελίτσα η YΠΟKΟΡ
[μσν. ελιά < ελία < αρχ. ἐλαία με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.· ελ(ιά) -ίτσα]

Ελαιόδενδρα σωρός και ελαιόκαρπους να δει το μάτι σου! Mπόλικα από δαύτα αυτό το Σαββατοκύριακο...
Καλλιεργεί ο πατέρας μου τα καρποφόρα δέντρα με τα στενά, επιμήκη φύλλα, πράσινα από τη μια επιφάνειά τους και υπόλευκα από την άλλη, και αυτή είναι η περίοδος συγκομιδής των εδώδιμων καρπών τους.

Μαζευτήκαμε 11 νοματέοι, ζωή να έχουμε:
1. Ο πατέρας μου με ένα αλυσιδοπρίονο στο χέρι, ένα πριόνι κι ένα κλαδευτήρι στην κωλότσεπη.
2. Η αδελφή του πατέρα μου με χρυσό βραχιόλι που ταιριάζει χάρμα με τις ελιές.
3. Ο σύζυγος της αδελφής του πατέρα μου που κάθε τόσο αναστέναζε όλο παράπονο, 'Έναν γαμπρό τον έκανες και βάλθηκες να τον ταλαιπωρείς ως τα γεράματά του!'.
4. Ο αδελφός του πατέρα μου, 100 οκάδες πάνω-κάτω, καθισμένος μόνιμα σε καρέκλα στη σκιά της ελιάς, ενίοτε διαβάζοντας εφημερίδα.
5. Το κορίτσι (ετών 60) του αδελφού του πατέρα μου με φούξια φόρμα και σπαστά ελληνικά.
6. Ο εργάτης, δεξί χέρι του πατέρα μου τα τελευταία 10 χρόνια.
7. Η γυναίκα του εργάτη, αριστερό χέρι του πατέρα μου τα τελευταία 10 χρόνια.
8. Η κόρη του πατέρα μου, η υποφαινόμενη τουτέστιν, με συνολάκι tres chic, γιατί πάνω από όλα έχει στυλ.
9. Ο άντρας της υποφαινόμενης, δεύτερος γαμπρός του πατέρα μου, για τον οποίον όλοι αναρωτήθηκαν τι του επιφυλάσσει το μέλλον καθώς ο πρώτος γαμπρός του πατέρα μου γέρασε κι ακόμα να ησυχάσει.
10. Η έτερη κόρη του πατέρα μου, που προτίμησε να πάρει άδεια και να μαζεύει ελιές, από εδώ να καταλάβει κάποιος πόσο απολαμβάνει την κανονική της δουλειά.
11. Ο πρώτος ξάδελφος της μητέρας μου, που έκανε παρέα στον αδελφό του πατέρα μου για να μην πλήττει.

Ξύπνησαμε αχάραγα.
Ντύθηκα κατάλληλα για την περίσταση με φόρμα γκρι ανθρακί (δεκαπενταετίας), φαρδιά πολύ (έτσι ήταν η μόδα τότενες) και ως λίγο πάνω από τον αστράλαγο (τους έχω πάρει τους 2-3 πόντους μου), μπλούζα παραλαγής (τουτέστιν με όλες τις αποχρώσεις του πράσινου) 3 νούμερα μεγαλύτερη, χοντρές κάλτσες και παπουτσάκια (παλιά αθλητικά της μάνας μου) μαύρα να σβήνουν ροζ στις άκρες. Tres chic δηλαδή, γιατί πάνω από όλα έχω στυλ.
Οι υπόλοιποι έβαλαν αντίστοιχα κατάλληλη αμφίεση...

Φορτώσαμε στην καρότσα του αγροτικού σκάλες, ελαιόπανα, κουβάδες, τσουβάλια, νερά, μουστοκούλουρα, καφέ ελληνικό σε θερμό, ραδιοφωνάκι μαύρο και τις δυο κόρες του πατέρα μου.
Οι υπόλοιποι μπήκαν σε αυτοκίνητα, σε ένα ο αδελφός του πατέρα μου 100 οκάδες με το κορίτσι του και σε άλλο όλοι οι υπόλοιποι.

Φτάσαμε στο κτήμα και ριχτήκαμε αμέσως στη δουλεια. Οι κόρες του πατέρα μου και το αριστερό του χέρι, σαν γνήσιες νοικοκυρές, να στρώνουν τα πανιά γύρω από τις ελιές. Μα το έκαναν με τόση προσοχή, ούτε μπουχάρες να είχαν στα χέρια τους! Ο πατέρας μου να κόβει τα δέντρα (κλάδεμα το έλεγε, μα έχω τις αμφιβολίες μου), οι κλάρες να πετυχαίνουν διάφορους νοματέους, με πιο εύκολους στόχους βέβαια τον αδελφό του πατέρα μου και τον ξέδελφο της μητέρας μου. Οι γαμπροί του πατέρα μου, παλιός και νέος, να αδειάζουν τα πανιά και να γεμίζουν τα τσουβάλια. Η αδελφή του πατέρα μου, οι κόρες και το αριστερό του χέρι να 'χτενίζουν' τις πεσμένες κλάρες. Το κορίτσι του αδελφού του πατέρα μου να αναρωτιέται αν έχουμε κάτι αλμυρό για κολατσιό. Το δεξί χέρι του πατέρα μου μόνιμα σκαρφαλωμένο σε σκάλα να 'χτενίζει' τις κλάρες που είχαν επιβιώσει από τον τρελό με τα πριόνια.

Ανέλαβε και το μαύρο ραδιοφωνάκι το πόστο του κι έπαιζε ασταμάτητα. Σε mainstream το ρύθμιζε η έτερη κόρη του πατέρα μου, δώστου κλαρίνα από τον γαμπρό του. Ο ξάδελφος της μάνας μου είχε απογοητευτεί που κανένας σταθμός δε βρέθηκε να παίζει Καζαντζίδη στις 9 το πρωί, ταιριάζει βρε αδελφέ και με το φυσικό περιβάλλον!

Δουλεύαμε ασταμάτητα και συγχρονισμένα, ο καθένας στο πόστο του. Μόνο ο αδελφός του πατέρα μου έκανε διαλείματα που και που για να μετακινεί την καρέκλα.
Μέχρι το αφεντικό να σφυρίξει την ώρα για το κολατσιό, δεν πήραμε ανάσα.
Μετά τις πήραμε όλες μαζεμένες, μπουκωθήκαμε κι εκείνα τα μουστοκούλουρα, ήπιαμε και δυο γουλιές καφέ και αναθαρρήσαμε μια στάλα. Που τέλος πάντων μας είχε χτυπήσει ο ήλιος κατάματα και οι κλαδεμένες κλάρες κατακούτελα...

Σηκώθηκε το αφεντικό, άντε πάλι κι όλοι οι υπόλοιποι στα πόστα μας. Στρώσε τα πανιά, βάλε την καρέκλα, ανέβα στις σκάλες, ρίξε τις κλάρες, χτένισε, άδειασε τις ελιές από τα πανιά στα τσουβάλια... Σε εκείνο το σημείο ήταν που ο αδελφός του πατέρα μου σταμάτησε για λίγο να μιλάει και ξεφύλλισε μια εφημερίδα. Συνεχίσαμε έτσι συγχρονισμένα... Μας τελείωσαν τα νερά λίγο αργότερα και αρχίσαμε να αποψιλώνουμε τις μανταρινιές (που ήταν ανάμεσα στις ελιές) για να μην αφυδατωθούμε.

Καμιά φορά, το ξετελέψαμε το κτήμα. Ήταν η ώρα απογευματινή. Επιστρέψαμε στο σπίτι, φάγαμε σα δαμάλια έναν κουβά φαγητό ο καθείς, βγάλαμε τα συνολάκια, τριφτήκαμε με σύρμα να ξελιγδώσουμε, είπαμε δυο κουβέντες και ξεραθήκαμε.
Για να την πιάσουμε την άλλη μέρα πάλι από την αρχή, να συνεχίσουμε τη συγκομιδή του εδώδιμου καρπού.

...

Δεν είχα πάρει άδεια από τη δουλειά. Αναγκάστηκα να αφήσω τους υπόλοιπους με τους εδώδιμους καρπούς και επέστρεψα στην πόλη. Και το αξιοπερίεργο; Καθόλου δεν έχω πιαστεί! Μόνο 2 νύχια των ποδιών μου πονάνε, στο ένα έπεσε πάνω ένα κούτσουρο, το άλλο το πάτησε ο πατέρας μου με τη σκάλα.

Ο απολογισμός; Τριάντα ευρώ τη μέρα τον πλήρωσα τον πατέρα μου. 2/ήμερο αγροτουρισμού με διανυκτέρευση, αθλητικές δραστηριότητες, 2 κουβάδες φαγητό, μουστοκούλουρα και καφέ σε πλαστικό. Και τσάμπα μου ήρθε!

Friday, November 19, 2010

Χωρίς Ugg στην Αράχωβα

Δρόμο παίρνω δρόμο αφήνω, το κόβω για 2/ήμερο στην Αράχωβα. Της μόδας σου λέει, η Μύκονος του χειμώνα σου λέει. Μύκονο δεν έχω πάει, ας πάω τουλάχιστον στην Αράχωβα να νιώσω της μόδας. Περνάω βουνά, περνάω λαγκάδια, περνάω πόλεις και χωρία και φτάνω στο σημείο εκείνο που την έχεις πιάτο την Αράχωβα και είναι όμορφη πανάθεμά την!


Αράχωβα


Σκεπές με κεραμίδια, ένα παλιό καμπαναριό, χωριό σε αρμονία με τη φύση. Είναι βέβαια μέχρι να μπεις στο χωριό... Αλλά ας μην προτρέχω!

Φτάνω το λοιπόν στην Αράχωβα, μιλάμε για πολύ χαρά! Μπαίνοντας στο χωριό πέφτω σε ένα μικρό μποτιλιάρισμα, στενοί οι δρόμοι σκέφτομαι, ίσως κάποιο μαγαζάκι να ξεφορτώνει, τρελή υπομονή! Τσούκου τσούκου το διασχίζω το χωριό, οδηγώ ακόμα λίγο για να φτάσω κάπως πιο εκεί, στο ενοικιαζόμενο σπιτάκι μας. Μπα βρε κίνηση η Αράχωβα!

Τακτοποιούμαι, παίρνω βαθιές ανάσες στον φρέσκο αέρα και βουρ ξανά για το χωριό. Εμ, τσάμπα έκανα τόσο δρόμο; Αν ήθελα να κοιμηθώ καθόμουν και στο σπίτι μου! Άντε να δούμε λοιπόν πώς είναι να είμαι στη μόδα... Προτού να φύγω αναρωτιέμαι για την καταλληλότητα της αμφίεσής μου, σκέφτομαι πως πρέπει να είμαι στη μόδα μεν, μα το τοπίο επιβάλλει ένα casual chic ντύσιμο δε. Με ό,τι κι αν σημαίνει το τελευταίο, αποφασίζω πως πληρώ τις προϋποθέσεις και ξεκινάω...

Το λοιπόν η Αράχωβα έχει πολύ κόσμο. Τους παρατηρώ... Αρχίζω κι έχω αμφιβολίες για το δικό μου casual chic! Οι παρατηρήσεις μου έχουν ως εξής: είναι απαραίτος ο σκούφος ο γούνινος (μα έχει 25 βαθμούς, θα τον βάλεις!), για τους άντρες μετράει να φοράνε κάτι σε Gant, για τις γυναίκες παίζει πολύ η μάσκαρα (αν έπαιζε και για τους άντρες θα άρχιζα να ανησυχώ!) και η μπότα Ugg (κατά προτίμηση ροζ χρώματος ή μπεζ που πάει με όλα). Δεν έχω γούνινο σκούφο, και να φανταστείς δεν πήγα ούτε ένα κομμωτήριο πριν να έρθω στο χωριό! Πόσο banal!

Οι δρόμοι έχουν πήξει στα αυτοκίνητα κατά προτίμηση υψηλού κυβισμού, καλέ τζιπ οικολογικά. Αλέκιαστα και παρκαρισμένα στο πεζοδρόμιο έξω από την καφετέρια. Έχει parking πιο κάτω, αλλά ποιος περπατάει τώρα;


Παρκάρισμα στην Αράχωβα


Χαζεύω στα μαγαζάκια ανεβοκατεβαίνοντας στο πεζοδρόμιο για να μην σκονίσω κανένα τζιπ, κάποια από αυτά έχουν 'ντόπιο χαρακτήρα' και πουλάνε γούνινους σκούφους (μιλάμε για πολύ must!), γκλίτσες (πηγαίνουν με το ντόπιο, το 100 χρόνια πριν) και υφαντά κιλίμια (είχε η μάνα μου ένα μπαούλο και τα άφησε να τα φάει ο σκόρος, α ρε μάνα ντιπ επιχειρηματικό μυαλό!), κάποια από αυτά είναι μπακάλικα-κρεοπωλεία-ζαχαροπλαστεία και ό,τι πουλάνε είναι τοπικής παραγωγής, τοπική λιχουδιά και από τοπικές πρώτες ύλες, κάποια από αυτά (τα πιο πολλά) είναι ταβέρνες και καφέ (η φύση ανοίγει την όρεξη!). Η ώρα είναι τέτοια που τα καφέ είναι γεμάτα από κόσμο. Για αυτό έρχεται ο κόσμος εδώ, για να χαλαρώσει...

Μπαίνω σε ένα από αυτά... Έχει ήδη στολίσει για Χριστούγεννα. Με χαλάνε εκείνοι οι 25 βαθμοί, αλλά από την άλλη Νοέμβριος μήνας ταιριάζει η ατμόσφαιρα τως Χριστουγέννων. Παραγγέλνω έναν καφέ, τον απολαμβάνω κοιτάζοντας τριγύρω. Ούτε ένας διάσημος στο χώρο! Τι στο καλό Μύκονος είναι αυτή; Η Ugg και το Gant πάντως δε με έχουν προδώσει...

Το κλασσικό στις εκδρομές των Ελλήνων ποιο είναι; Να σηκωθούν από την καφετέρια όλοι μαζί και να πάνε στην ταβέρνα όλοι μαζί. Και μετά να αναρωτιούνται φυσικά γιατί είναι αργό το service! Ε, αυτό έκανα κι εγώ! Ή είσαι της μόδας ή αν κοροϊδεύεις άντε στο σπιτάκι σου κι άσε μας ήσυχους! Παραγγέλνω φαγητό, διέκρινα στο πιάτο μου την τίμια ελληνική κουζίνα με μια έκφραση γαλλικής φινέτσας, το έφαγα, το πλήρωσα, ένιωσα της μόδας και πήρα τα γύρω βουνά. Να δούμε και κάτι άλλο δηλαδής!

Το βράδυ κλασσικά επέστρεψα, επειδή δεν είχα κάτι από τα υπόλοιπα μαζί μου έβαλα μόνο μάσκαρα για να είμαι στο κλίμα. Και όχι τίποτε άλλο, μα είχε πέσει η θερμοκρασία και τον σήκωνε τον γούνινο τον σκούφο! Τόσα μαγαζάκια με 'ντόπιο χαρακτήρα' δεν αξιώθηκα να αγοράσω έναν το πρωί! Τέλος πάντων ας έχει, πρώτη μου φορά άλλωστε στα κοσμικά. Μπήκα σε μπαρ, μιλάμε για κατάσταση ξεπατικούρα από περιοδικό 'Ιδέα και Διακόσμηση'. Πήρα ποτό, συνοδευόταν από mainstream μουσική... Ο λογαριασμός ήταν 13 ευρώ, το ένα ποτό, αναρωτήθηκα αν ήταν ο σωστός, ήταν, τον πλήρωσα και έψαξα τριγύρω. Ας έβλεπα τουλάχιστον έναν διάσημο, τόσο δρόμο έκανα!

Καλή η Αράχωβα δε λέω, μα για να μην είμαι μονόχνωτη (και μόνο για αυτό!) την επόμενη μέρα πήγα για ντόπια προϊόντα άλλου είδους στους Δελφούς. Θαύμασα την ομορφιά χωρίς σχόλια...


Δελφοί


Αυτή τη μέρα παρέλειψα τον καφέ, ήπια τσίπουρο στην Ιτέα και όταν το στομάχι μου διαμαρτυρήθηκε στο δρόμο για τον γυρισμό έφαγα σουβλάκια στη Λιβαδειά. Άλλο πράγμα!


Λιβαδειά

Friday, October 15, 2010

Γράμμα

[Κάθε ομοιότητα με πραγματικές καταστάσεις ή πρόσωπα είναι τυχαία...]

Γράμμα:
Αγαπητή κυρία Friούλα μου,

Με λένε Καμύ (με εκείνον το κουλτουριάρη Γάλλο φιλόσοφο καμία σχέση) και είμαι φοιτήτρια εδώ και καμιά 7ετία σε μια μικρή πόλη της Ελλάδας. Δεν είμαι από αυτούς τους αιώνιους φοιτητές, απλά απολαμβάνω τόσο τη φοιτητική μου ζωή που το τραβάω το ζήτημα όσο μπορώ...

Είναι και η πόλη που το κάνει όλο αυτό τόσο εξαιρετικό. Τι να σου πρωτοπώ; Πως βλέπω πρόβατα απεναντί μου καθώς παίζω τάβλι στο κυλικείο, πως ακούω θαυμάσιους ήχους από το πεδίο βολής ενόσω παρακολουθώ τα μαθήματα μου, πως έρχομαι στο πανεπιστήμιο κάνοντας πατινάζ στους δρόμους της πόλης κατά τους χειμερινούς μήνες; Μα είναι όλα μαζί που δίνουν αυτή τη θαυμαστή διάσταση στην πόλη...

Αχ, μου αρέσει να περπατάω με τις ώρες στα γραφικά σοκάκια της! Γραφικά γίνονται όχι για τα κτίρια της, από τον κόσμο που συναντώ εκεί. Για παράδειγμα, τον κύριο με το άσπρο μαλλί πιασμένο σε κοτσίδα, με κοστούμι και με καπέλο, με γούνα λεοπάρ τις κρύες μέρες. Αυτός ο κύριος που λες, οδηγεί ένα παλιό αυτοκίνητο, νομίζει πως οι δρόμοι είναι ιδιωτικοί, δικοί του δηλαδή, πηγαίνει στη μέση ακριβώς, με 20 ή ίσως με 30, και πατάει κόρνα συνέχεια (στο μπροστινό αυτοκίνητο, στον ποδηλάτη που έντρομος παίρνει το ποδήλατό του στον ώμο, στην κυρία που περπατάει στο πεζοδρόμιο, στο μπακάλη που στέκεται στην πόρτα του μαγαζιού κοκ.). Ή για παράδειγμα, την μάνα και την κόρη που πάντα κυκλοφορούν σε σετ. Η μάνα μεγάλης ηλικίας, λιπόσαρκη, με άσπρα μαλλιά και με μαγκούρα. Τη μαγκούρα την κρατάει για ξίφος... Η κόρη τροφαντή, μάλλον άσχημη, μα νομίζει πως είναι όμορφη. Φοράει ρούχα χρωματιστά, συνήθως κοντά, πάντα στενά. Αναδεικνύει έτσι το στομάχι που πετάγεται μεγαλόπρεπα μπροστά, κι όχι μόνο. Η κόρη φλερτάρει (το λέω ευγενικά) όλους τους περαστικούς γένους αρσενικού και η μάνα βάζει σε εφαρμογή το ξίφος-μαγκούρα αν το γένους αρσενικό απαντήσει με κάτι που δεν τους αρέσει. Α! Είναι κι εκείνος ο κύριος με το ξανθό καρεδάκι στο μαλλί που κάνει τράκα τσιγάρο σε όποιον συναντήσει στο δρόμο του. Ώρες ώρες αναρωτιέμαι αν υπάρχουν μη-γραφικοί σε αυτήν την πόλη...

Για να έρθουμε στο θέμα μας, τελείωσα το πτυχίο σπρώχνοντας σχεδόν... Μα αμέσως μετά ξεκίνησα με φούρια το μεταπτυχιακό! Δε με πτόησε ούτε η λάθος συστατική επιστολή που μου έδωσε η καθηγήτριά μου, τώρα τη σκέφτομαι εκείνη την επιστολή και γελάω για να καταλάβεις. Καθυστέρησε να την ετοιμάσει, μου την έστειλε στην εκπνοή της προθεσμίας. Παρέλαβα φάκελο που απ' έξω έγγραφε "Δωμάτιο 532, Κύριος Τάδε, Κυρία Καμύ". Κι έπρεπε εγώ να καταθέσω αυτήν την επιστολή στην επιτροπή μεταπτυχιακών σπουδών, δηλαδή τι θα σκέφτονταν οι άνθρωποι για εμένα; Αναγκάστηκα να ανοίξω τον σφραγισμένο φάκελο για να βάλω την επιστολή σε έναν άλλον 'αξιοπρεπή'. Φυσικά έριξα και μια ματιά στο από μέσα! Γένους αρσενικού με ανέφερε, για άλλο πανεπιστήμιο έλεγε, άστα βράστα με λίγα λόγια η συστατική. Ανάθεμα την ώρα που την ζήταγα! Ευτυχώς αυτό δε στάθηκε αφορμή να με απορρίψει η επιτροπή...

Και που λες ξεκίνησα μεταπτυχιακό, το πήρα ζεστά το θέμα και δούλεψα πολύ. Διάβασα, σκέφτηκα, έκανα τα πειράματά μου, έβγαλα τα συμπεράσματά μου, έγραψα το πολυσέλιδο κείμενο μου. Έχω φτάσει στο τέλος τώρα δηλαδή. Ή έτσι πίστευα μέχρι πρότινος. Γιατί μπήκε φουριόζο μέλος της επιτροπής εχθές το πρωί για να μου κάνει παρατήρηση που δεν πρόσεξα πως έχει χάσει κιλά, να εξετάσει τις γνώσεις μου στις κινήσεις του σύμπαντος (και στα ζώδια) και να καταλήξει πως τα πειράματα στην μεταπτυχιακή μου εργασία θα πρέπει να τα κάνω άλλες 128 φορές για άλλες 1024 περιπτώσεις! Εγώ τώρα θέλω να σε ρωτήσω κυριά Friούλα μου, παίζει να έχει περίοδο το μέλος της επιτροπής; Για να μην με πάρει από κάτω δηλαδη χωρίς να υπάρχει λόγος σοβαρός...

Περιμένω με αγωνία την απάντησή σου!

Με όλη μου την εκτίμηση,
Καμύ.

Απάντηση:
Αγαπητή μού Καμύ,

Δε μπορώ να είμαι σίγουρη, μα τα συμπτώματα δείχνουν πως το μέλος της επιτροπής μάλλον έχει περίοδο. Περίμενε 1-2 μέρες πριν να πέσεις σε κατάθλιψη. Άλλωστε Σαββατοκύριακό έρχεται κι η πόλη που ζεις ακούγεται τουλάχιστον συναρπαστική!


Εμπνευσμένο από μια φίλη με εξαιρετικό χιούμορ...

Wednesday, October 13, 2010

Guitar



Επειδή είναι ζήτημα χρόνου να μεταμορφωθώ σε εξαιρετική κιθαρίστρια!

Και φυσικά επειδή το βιντεάκι είναι τουλάχιστον ... εμπνευσμένο ;)
Το τραγούδι δεν το σχολιάζω καν!

Thursday, October 7, 2010

Ο ρελές ο μπλες


Άτομο λαϊκό, με την καλή την έννοια! Μόρτης, με ελαφριά αραίωση στα άνω στρώματα, με στοιχεία μάγκα στα χαμηλότερα διαζώματα: βλέμμα αεικίνητο, ζωσμένο μπλουζάκι, κομπολογάκι, περπατησιά 'είμαι άρχοντας'...

Φύλακας σε χτίριο ο περί αυτού ο λόγος κύριος. Κι είναι παντού, με αφορμή τη δουλειά. Και τους ξέρει όλους, καλά, με αφορμή τη δουλειά. Και τα γνωρίζει όλα, έχει και καλό μνημονικό! Βολικό αυτό...
Με τούτα κι εκείνα, αν θες πληροφορίες για τον καινούριο μελαχρινό ρωτάς τον φύλακα. Αν θες πληροφορίες για τον καιρό πάλι ρωτάς τον φύλακα. Αν δε θυμάσαι τι φορούσες χτες τότε φυσικά ρωτάς τον φύλακα. Εξυπηρετικός!

Δεν είναι όμως μόνο καλός στη δουλειά του. Είναι πάνω από όλα άνθρωπος ο φύλακας. Με το 'α' κεφαλαίο! Έχει χρόνο να ακούσει τον πόνο σου και να ... ενημερώσει τους υπόλοιπους σχετικά. Έχει τη διάθεση να σε παρηγορήσει, "Μικρή η πόλη μας, ε; Βγαίνουτε, βγαίνουτε;". Να σε κοιτάξει και να σε ψυχολογήσει, "Δεν έχει σχέσση το κοριτσσάκι, ε; Φαίνεται ξερούλιι το καημένο".

Και πιάνουν τα χεράκια του. Ακόμα και χρέη ηλεκτρολόγου κάνει σε έκτακτες περιστάσεις, "Για κοίτα αυτού στον πίνακα. Είναι πεσμένος ο ρελές ο μπλες;".

Και δεν έχει κανείς κακό λόγο να πει, είναι άνθρωπος αυθεντικός. Κι αν καμιά μέρα σου φανεί συννεφιασμένος, θα σου κλείσει το μάτι και θα σου πει με νόημα "Τάχα μου ντες..." ;)

Αφιερωμένο σε όλους τους λαϊκούς τύπους, με την καλή την έννοια:

Tuesday, September 28, 2010

Πράγματα που με κάνουν να ντρέπομαι...

Ξεκίνησα για εκδρομή... Σάββατο μεσημέρι. Με καλή παρέα, σύμμαχο τον καιρό, μαγιό στο πορτ μπαγκάζ. Ακόμη μια βουτιά πριν το καλοκαίρι να φύγει! Γύθειο ο προορισμός μας...

Διαβάζει κάποιος στο δίκτυο για το Γύθειο:
"Το Γύθειο είναι μία μικρή πόλη της Λακωνίας, αλλά η μεγαλύτερη της Μάνης. Η αρχιτεκτονική του και η ατμόσφαιρα της πόλης είναι η τυπική θαλασσινή ατμόσφαιρα των ελληνικών τοπίων, όπως επίσης και αυτή των ελληνικών νησιών.

Η μεγάλη παραλία του με τα ταβερνάκια, τα ουζερί και τα ψαράδικα, τα απλωμένα χταπόδια στον ήλιο, η διαρκής κίνηση των καικιών και των άλλων πλοιαρίων, τα αμφιθεατρικά χτισμένα σπίτια συνθέτουν την γραφικότητά του. [...] Σημάδι ολοφάνερο της ευρωστίας του, τα όμορφα νεοκλασσικά κυρίως κτίσματα και τα πέτρινα ψηλά σπίτια, που χτίστηκαν κατά τα αστικά πρότυπα, αμφιθεατρικά, στο βουνό Κούμαρος. [...]"

Και ίσως να ήταν κάποτε αλήθεια:

Γύθειο, Μάρτιος 2008


Αυτή τη φορά πάντως, σαν άλλη πόλη μου φάνηκε, σαν άλλη εποχή. Την 'τυπική θαλασσινή ατμόσφαιρα' δεν την βρήκαμε, ούτε τα 'όμορφα νεοκλασσικά' μπορέσαμε να δούμε... Τι κι αν έχουμε 2010, τι κι αν το βιωτικό μας επίπεδο έχει βελτιωθεί, τι κι αν η παιδεία παρέχεται σε όλους μας (σχεδόν); Το Γύθειο έχει τραβήξει τη δική του πορεία. Πώς να την χαρακτηρίσω; Οπισθιδρομική; Ανθυγιεινή; Απολίτιστη; Σίγουρα απαράδεκτη!


Σύγχρονη εικόνα του Γυθείου Ι



Σύγχρονη εικόνα του Γυθείου ΙΙ


Δεν ξέρω ποιος φταίει. Αλλά σε μια απέραντη χωματερή γιατί να θέλει κάποιος να ζει;

Τραβήξαμε για το Λιμένι. Προτιμώ αυτήν την Ελλάδα...

Λιμένι, Σεπτέμβριος 2010

Tuesday, September 21, 2010

Από το σαλονάκι της κλινικής στους αιθέρες της Αττικής

Πολλα συνέβησαν τον τελευταίο καιρό, πολλά... Άλλα αναπάντεχα, άλλα πιεστικά, άλλα προγραμματισμένα και μερικά λίγα διασκεδαστικά. Αυτά τα τελευταία τα κρατάω φυσικά!

Ο μήνας ξεκίνησε, και συνεχίστηκε δηλαδή, με προθεσμίες να τρέχουν. Κι εγώ να τις έχω πάρει στο κατόπι με φόρμες κι αθλητικά. Αμφέβαλλα πολλές φορές για τη φυσική μου κατάσταση...

Και ξαφνικά διαπιστώνω πως δυο ολόκληρες εβδομάδες είχαν φύγει! Μα επιτέλους, ήμουν ακόμα με τις φόρμες και τα αθλητικά! Νευρίασα, κάποιο απόγευμα βάζω στα μάγουλα το ροζ της συστολής και χτυπάω διστακτικά την ξύλινη πόρτα. Πριν να το καταλάβω, το όνομά μου με καλλιγραφικά πήγε και θρονιάστηκε στο μαθητολόγιο της σχολής, εγώ πήρα σολφέζ, κιθάρα και ύφος 'θα είμαι η καλύτερη μαθήτρια', κι έκανα το πρώτο μου μάθημα μουσικής!

Εκεί πάνω στον ενθουσιασμό, έπεσε τηλέφωνο 'sos-παράτατα όλα και τρέχα'! Οπότε τι να κάνω κι εγώ; Έτρεξα! Και βρέθηκα στην Αθήνα να περιμένω σε σαλονάκι δερμάτινο τον γιατρό να βγει και να μου πει. Δε μπορώ να πω, και τη μουσική μου άκουσα και τα φυλλάδιά μου τα διάβασα. Το ξέρατε εσείς πως οι ερωτικές σχέσεις στη ζωή ενός ανθρώπου διαμορφώνονται από τη φροντίδα που λαμβάνει από τον 5ο ως τον 12ο μήνα της ζωής του;
Καλά μάς τα είπε ο γιατρός, δε θυμάμαι βέβαια αν ήταν πριν ή αφού είχε παραλάβει κάμποσα πράσινα... Κι η πεθερά βγήκε παραπατώντας μεν με όρεξη για παϊδάκια δε!

Ήρεμη πια, μπόρεσα να εκμεταλευτώ ένα 2ήμερο στην πρωτεύουσα...
Έκανα βόλτες στη μέση της Πανεπιστημίου, κυκλωμένη από πιτσιρίκια, ζογκλέρ και ποδηλάτες. Όμορφα χρώματα και χαμόγελα στο κέντρο της πόλης...
Πέρασα μια ρομαντική βραδιά (με αφορμή την επέτειο του γάμου μας) σε έναν απλοϊκά όμορφο και ζεστό χώρο. Εξαιρετική λίστα κρασιών και ιδιοκτήτες που σε κέρδιζαν με τη διακριτικότητα, την ευγένεια και τις γνώσεις τους. Ο καλός μου φυσικά υπήρξε ο πρωταγωνιστής, όπως δηλαδή και κάθε βραδιά εδώ και πολλά χρόνια...
Έκανα πτήση με cessna πάνω από την πόλη. Με γυαλί ηλίου και ύφος ρετρό (πώς μπορεί να είναι ένα τέτοιο ύφος;) απόλαυσα τη θέα. Αποφάσισα πως μου πάει η μεγάλη ζωή και ξεκινάω έρανο για ένα ίδιο ιδιωτικό. Από πιλότο είμαι καλυμμένη, ο καλός μου τα πήγε άψογα κι ας ήταν η πρώτη του φορά! Α να μην ξεχάσω, ενα μεγάλο ευχαριστώ στους καλούς μας φίλους που μας το έκαναν δώρο όλο αυτό!


[Θέα από το cessna, σε U-turn 360ο]

Wednesday, September 1, 2010

Καλεσμένη στας Ευρώπας

Θαρρείς πως γάμος δε λογίζεται δίχως άτομα 300, δίχως ψητά και κλαρινο-ντάουλα; Απατάσαι πλάνην οικτρά! Γιατί ήμουν εκεί και το είδα με τα μάτια μου! Μπορεί να έλειπαν οι θειάδες, οι μπαρμπάδες, ο γιος του μπακάλη, ο κουμπάρος του φούρναρη, να μη φάγαμε αρνί ψητό μήτε γουρνόπουλο στη σούβλα, να μη δώσαμε μάχη επιβίωσης τακούνι με τακούνι στην πίστα, μα γάμος έγινε με παπά και με κουμπάρους. Όχι ένας δηλαδή, μα δυο! Και ήμουν εκεί, και στους δυο, μάρτυρας του μυστηρίου...

Στάση 1η
Στη Ζυρίχη. Πόλη όμορφη, καθαρή, πράσινη, οργανωμένη.


[Ζυρίχη]


Μυστήριο καθολικό σε ναό προτεσταντικό. Λιτός κι απέριττος ο ναός. Το ίδιο κι η διακόσμηση που είχαν διαλέξει οι μελόνυμφοι, ένα κλαρί ελιάς κι ένα λευκό λουλούδι.


[Ναός Μυστηρίου]


Οι 60 (!) καλεσμένοι έφτασαν στην ώρα τους, κάθησαν στη θέση τους κι εκεί τους περίμενε το βιβλίο του μυστηρίου. Άκου πράγματα! Οι μελόνυμφοι σου λέει επιλέγουν τα αποσπάσματα, τις μελωδίες, τα τραγούδια (!) που θα ακουστούν στο Μυστήριο τους. Όχι δηλαδή τυφλοσούρτης, μπείτε σκύλοι αλέστε και δε συμμαζεύεται! Με την καθοδήγηση του ιερέα έχουν επιμεληθεί τα διάφορα τμήματα της λειτουργίας, έχουν επιλέξει τον αναγνώστη-αφηγητή-τραγουδιστή για κάθε κομμάτι, έχουν επιμεληθεί το βιβλίο του μυστηριου. Δηλαδή απολύτως tailored διαδικασία!


[Ναός Μυστηρίου]


Ήρθε η νύφη με τον πατέρα της στις 14:00 ακριβώς, την πήρε από το χερι ο γαμπρός, σηκωθήκαμε από τις θέσεις μας ενόσω το ζευγάρι διέσχιζε την εκκλησία για να πάει μπροστά-μπροστά στις δικές του θέσεις.

Και να ανεβαίνει η φίλη της νύφης να διαβάσει μια προσευχή, και να ανεβαίνει ο αδελφός του γαμπρού να αναγνώσει την προς Κορινθίους κατά Μάρκο επιστολή, και να διαβάζει ο ιερέας το Ευαγγέλιο και να πιάνει την κιθάρα η αρτίστα να τραγουδά λόγια αγάπης. Μπα, περίεργα πράγματα... Δεν πολυκαταλάβαινα κιόλας, μπα πανάθεματα τα γερμανικά, και κοιτούσα σαν πολίτης άλλου πλανήτη!

Μετά τα δαχτυλίδια, σχηματίσαμε όλοι μαζί έναν κύκλο, κρατούσαμε ο ένας τον άλλο και διαβάζαμε το αντίστοιχο απόσπασμα από το βιβλίο (προσευχόμασταν για το ζευγάρι μάλλον, με τα γερμανικά πολλά άκουγα λίγα καταλάβαινα). Μετά έσφιγγε ο ένας το χέρι του άλλου και κάτι έλεγαν, δεν το έπιασα και για να μην πω "Nice to meet you" και γίνω τελείως ρόμπα, προτίμησα να αποσυρθώ με νωχελικά βήματα πρός τα πίσω!

Το μυστήριο τελείωσε, το ζευγάρι κι οι κουμπάροι έμειναν για υπογραφές, οι καλεσμένοι στην είσοδο σχηματίσαμε αψίδα με ήλιους, οι νεόνυμφοι πέρασαν από κάτω ολόχαροι. Τους δώσαμε συγχαρητήρια κι ευχές έξω από το ναό. Στη συνέχεια, οι καλεσμένοι έφυγαν με το τραμ για το εστιατόριο και το ζευγάρι τριγύριζε με τα πόδια για φωτογραφίες στην πόλη.

Μετά από ένα τραμ και ένα τελεφερίκ φτάσαμε στο εστιατόριο. Ο εξωτερικός χώρος ήταν πανέμορφος, μέσα σε πάρκο με καταπληκτική θέα στην πόλη!


[Ζυρίχη - Θέα από το εστιατόριο]


Ήπιαμε απεριτίφ, το συνοδεύσαμε με καναπεδάκια, γράψαμε ευχετήριες καρτ-ποστάλ για το ζευγάρι. Κάποιοι από τους φίλους του ζευγαριού φούσκωσαν δεκάδες κόκκινα μπαλόνια από όπου με κορδέλες κρεμάσαμε τις καρτ-ποστάλ μας.


[Μπαλόνια με ευχές για το ζευγάρι]


Τα μπαλόνια πέταξαν ψηλά μόλις εμφανίστηκε το ζευγάρι. Μα σου λέει πως όποιος, σε αυτή ή σε άλλη πόλη, βρει το μπαλόνι ταχυδρομεί την κάρτα στους νεόνυμφους. Έτσι το ζευγάρο έχει να λαμβάνει ευχές για πολύ καιρό μετά...

Μετά την ομαδική φωτογραφία και το πέταγμα της ανθοδέσμης, μπήκαμε στην αίθουσα. Διακόσμηση με γούστο, art de la table όχι αστεία!


[Χώρος εστιατορίου]


Καθήσαμε στη θέση μας, το φαγητό άρχισε να φτάνει. Ο σεφ ήταν καλλιτέχνης, καλύτερο φαγητό σε όψη και νοστιμιά δεν είχα δει ούτε γευτεί! Συγγνώμη μαμά! Είμαι και χωριατόπαιδο, τα έχουμε ξαναπεί αυτά, μα εκείνη η κουζίνα έβαλε τα στάνταρ πολύ ψηλά! Γιάμι, μόνο που το σκέφτομαι...

Το δείπνο κράτησε αρκετή ώρα (αν όχι ώρες), οι νεόνυμφοι πέρασαν από 'δοκιμασίες' και στη συνέχεια όλοι μαζί κατεβήκαμε έναν όροφο για να βρεθούμε σε χώρο με μπαρ, ζωντανή μπάντα και πίστα χωρού. Παραγγείλαμε τα κοκτείλ μας, χορέψαμε πολύ, κάπου ενδιάμεσα το ζευγάρι έκοψε την τούρτα. Μετά τις 2:30 ευτυχισμένοι και ικανοποιημένοι φύγαμε για τα κρεβάτια μας...

Στάση 2η
Στη Βενετία. Πόλη διαφορετική, ξεχωριστή, γεμάτη, ζωντανή.


[Βενετία]


Μυστήριο καθολικό στον μεγαλύτερο ναό της πόλης, St. Giovani e Paolo. Ένας ναός μουσείο, γεμάτος με δημιουργίες γνωστών καλλιτεχνών. Η διακόσμηση που είχαν διαλέξει οι μελόνυμφοι κισσός και λευκά λουλούδια.


[Ναός Μυστηρίου]


Οι περίπου 60 καλεσμένοι έφτασαν στην ώρα τους, κάθησαν στη θέση τους, εκεί τους περίμενε το βιβλίο του μυστηρίου. Φυσικά κι εδώ tailored η διαδικασία. Μόνο που αυτός ο γαμπρός έστεκε όρθιος δίπλα από τις δικές τους θέσεις.


[Ναός Μυστηρίου]


Ήρθε η νύφη με τον πατέρα της στις 10:30 ακριβώς, όλοι σηκωθήκαμε, διέσχισαν την τεράστια εκκλησία κι είχαμε χρόνο να την θαυμάσουμε, την παρέδωσε στο γαμπρό κι εκείνος ολοσυγκίνητος την πήρε από το χέρι.

Την διαδικασία τώρα την ήξερα, δεν καταλάβαινα ιταλικά, μα ήξερα πως ήταν μια λειτουργία κομμένη και ραμμένη για αυτό το ζευγάρι.

Το μυστήριο τελείωσε, το ζευγάρι κι οι κουμπάροι έμειναν για υπογραφές, οι καλεσμένοι στην είσοδο προμηθευτήκαμε ρύζι, οι νεόνυμφοι δέχτηκαν τα πυρά μας. Τους δώσαμε συγχαρητήρια κι ευχές έξω από το ναό. Λίγες φωτογραφίες (ακόμα και με τουρίστες!) και στη συνέχεια όλοι μαζί επιβιβαστήκαμε σε βαπορέτο για το νησί της λιμνοθάλασσας που είχαν επιλέξει οι νεόνυμφοι για το γεύμα. Ο εξωτερικός χώρος ήταν πανέμορφος, μέσα σε πάρκο με όμορφα συντριβάνια!


[Εξωτερικός χώρος εστιατορίου]


Αυτό το γαμήλιο τραπέζι γεύμα ξεκίνησε και δείπνο κατέληξε! Είναι τρελοί αυτοί οι Ιταλοί με τα antipasti, τα primo και τα secondi πιάτα τους! Μαζί με τη γαμήλια τούρτα μας σέρβιραν συνολικά 9 διαφορετικά πιάτα!!! Σαν κοιλαράδες γυρνούσαμε στο πάρκο, τάχα μου να χαζέψουμε την ομορφιά της φύσης, μα ψάχνοντας αφορμή να ξεκουμπώσουμε κανένα κουμπί για να φάμε και το επόμενο και το επόμενο και το επόμενο πιάτο. Μας έκαναν θρεφτάρια το λοιπόν, μας έδωσαν μπομπονιέρα και μετά μας αποχαιρέτισαν, δεν έχουν έθιμο να χορεύουν στα μέρη τους σου λέει. Πήγαμε κι εμείς για σόδα και μια πρόχειρη βόλτα στη Βενετία, ωιμέ βάρος!


[Βενετία]


Τους παντρέψαμε τους φίλους μας, χαρήκαμε μαζί τους, το απολαύσαμε. Χωρίς υπερβολές, χωρίς πολλά στρας, χωρίς πυροτεχνήματα και φανφάρες. Μα δε θυμάμαι, τόνισα πως εκεί στον άλλο πλανήτη ο γάμος γίνεται κυρίως για το ζευγάρι; Να ζήσετε παιδιά! Όμορφη εμπειρία...

Tuesday, August 10, 2010

Σε διακοπές μετά μητρός, βουλγάρας και κουμπάρας

Ποιά είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν (συνήθως) τις διακοπές; Διασκέδαση, ξεκούραση, ξεγνοισιά, χαλάρωση; Αυτά είχε στο μυαλό της καθώς έφτιαχνε τη βαλίτσα. Έβαλε μέσα τα μαγιό, το παρεό και το αντηλιακό και βουρ στο λιμάνι μέσα στο καράβι. Παρέα με το έτερον της ήμισυ και την κουμπάρα πήρανε το θαλάσσιο δρόμο για το νησί. Με κέφια, σχέδια και 5-6 σαντουιτσάκια στην τσάντα γιατί το ταξίδι ήτανε μακρύ.

Φτάσανε, ολίγον κουρασμένοι, ολίγον πεινασμένοι, πανέτοιμοι για διακοπές! Τους περίμενε η μητέρα του καλού της, παρέα με κεφτέδες, τηγανητές πατάτες και τη Ρόζα (που στη χώρα της τη λένε Λόσκα, μετά από τόσο καιρό αμφιβάλλω αν το θυμάται πια). Φιλιά, αγκαλιές, καλωσορίσματα κι ένα βουνό κεφτέδες για τα παιδιά τα ταξιδεμένα, τα κουρασμένα και τα ολίγον πεινασμένα. Φάγανε και ξεραθήκανε, άλλος τ' ανάσκελα, άλλος τα μπούμπουρα.

Το πρωί, μαζί με το στρωμένο τραπέζι, τη μαρμελάδα και το τυρί, τους περίμενε το πρόγραμμα της εβδομάδας. Πότε θα πάνε πού, με ποιον, τι θα φάνε, αν θα φάνε, αν θα κολυμπήσουνε. Πήγε να πει ποια είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν (συνήθως) τις διακοπές, θεωρητικά, μα ο χρόνος είχε περάσει και είχαν βγει ήδη εκτός προγράμματος! Κατάπιε το ψωμί της όπως όπως και έτρεξε να προλάβει τους υπόλοιπους. Άλλο πρωί θα βάζει από νωρίς το ξυπνητήρι για να προλάβει να εκφράσει τις σκέψεις περί διακοπών, σκέφτηκε.

Πήγανε για μπάνιο στην κοντινή παραλία, ευτυχώς τις απλωτές δε τους τις μέτρησε κανείς, έκανε κάμποσες από δαύτες. Στο λίγο χρόνο που της απέμεινε για να στεγνώσει χάζεψε μια όμορφη νεαρή, σίγουρα πρόγραμμα θα είχε κι αυτή.


[Περιοχή Σαραντάρη, Λ. Χερσονήσου, Κρήτη]


Μεσημεριανό φαγητό, μεσημεριανός ύπνος, το βράδυ βόλτα προκαθορισμένη, μέρος προκαθορισμένο, μαγαζί προκαθορισμένο, από τη μητέρα, με τη μητέρα. Και την κουμπάρα φυσικά, που μάλλον είχε αρχίσει να αναρωτιέται πότε είναι ώρα να συζητήσουμε τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις διακοπές...


[Λ. Χερσονήσου, Κρήτη]


Τη δεύτερη μέρα το πρόγραμμα τους κρατούσε από το χέρι, σα μικρά παιδιά, από την ώρα που ξύπνησαν μέχρι που κοιμηθήκανε ξανά. Για να μη βγούν στο δρόμο απρόσεκτα να μαζέψουν τη μπάλα, για να μη μείνουν πολύ ώρα κάτω από τον ήλιο το ζεστό, για να μην ξεχάσουν να φορέσουν καπέλο. Μόνο που άλλαξε το μενού και το μέρος για την προκαθορισμένη βόλτα...

[Σίσι, Κρήτη]


Και το πρόγραμμα συνεχίστηκε και την επόμενη μέρα και την άλλη!


[Αγ. Νικόλαος, Κρήτη]


Η Ρόζα (που στη χώρα της την λένε Λόσκα) είναι η κυρία που φροντίζει το σπίτι εντός και εκτός. Ήρθε ένα απόγευμα, την ώρα που η παρέα έτρωγε καρπούζι στο μπαλκόνι, με μια καινούρια τηλεφωνική συσκευή στο ένα χέρι και την παλιά της στο άλλο. Όταν μιλούσε από την παλιά συσκευή η μητέρα παραπονιόταν πως δεν την άκουγε καλά. Αποφάνθηκε η παρέα πως η παλιά συσκευή είναι πολύ παλιά, μα η καινούρια συσκευή τα λέει στα Αγγλικά, παραπονέθηκε η Ρόζα. Το αγόρι της παρέας πήρε στα χέρια του την κατάσταση. Έβγαλε την κάρτα από την παλιά συσκευή, την έβαλε στην καινούρια, η μητέρα του ανησύχησε μήπως η Ρόζα χρεαστεί να αλλάξει νούμερο τηλεφώνου και έχουνε μπερδέματα, τη βεβαίωσε πως όχι και συνέχισε φτιάχνοντας τους ήχους και ρυθμίζοντας τις παραμέτρους της καινούριας συσκευής. Η Ρόζα τότε έφερε ένα τετράδιο μπλε με ονόματα και τηλέφωνα και τα γυαλιά πρεσβυωπίας, ο νεαρός πέρασε τα ονόματα σε βουλγαρenglish κι η Ρόζα πήρε τη μητέρα τηλέφωνο. Η μητέρα την άκουγε τώρα πολύ καλά, καθότανε στη διπλανή καρέκλα.

Ένα πρωί συνασπίστηκαν, χωρίς να χρειαστεί να πούνε κουβέντα, η κουμπάρα, το αγόρι κι η κοπέλα, έκαναν επανάσταση, θέλησαν να διακυρήξουν τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν (συνήθως) τις διακοπές. Ξέφυγαν από το πρόγραμμα και πήγαν εκδρομή ολοήμερη, κι έκαναν βουτιές, έμειναν όλη μέρα στον ήλιο χωρίς καπέλο.


[Μακρύς Γιαλός, Κρήτη]



[Ίστρον, Κρήτη]


Και η επανάσταση συνεχίστηκε και την επόμενη μέρα και την άλλη!


[Πλάκα & Σπιναλόγκα, Κρήτη]



[Ipanema beach bar, Ελούντα, Κρήτη]


Και όταν η μητέρα έστειλε το πρόγραμμα με στρατό να καταστείλει την επανάσταση η παρέα δεν είχε επιλογή από το να δεχτεί τις συνέπειες, να ακολουθήσει πρόγραμμα πιο αυστηρό από πριν!


[Isla beach bar, Γούβες, Κρήτη]


Έτσι είναι, πώς να ξεφύγεις από την αθάνατη ελληνίδα μάνα; Και η κουμπάρα μας εγκατέλειψε νωρίς, δεν την κατηγορώ.

Saturday, July 31, 2010

Ανδρέα ζεις, εσύ τους οδηγείς!


Σαν άλλος Μέγας Αλέξανδρος. Κι ευτυχώς που το διαπίστωσα έγκαιρα, γιατί αν έπεφτα πάνω στη γοργόνα σου τη Μιμή θα με καταπόντιζε εν μια νυκτί. Και πού να το φανταστώ δηλαδής; Αλλά είδα το πνεύμα σου ολοζώντανο, τα κτίσματα η-χαρά-της-πολυκατοικίας, τα ξενοδοχεία όπου-θέλω-χτίζω, τους λουόμενους έχω-άδεια-για-τα-μπάνια-του-λαού και το κατάλαβα.

Σκηνή 1
Ενοικιαζόμενα διαμερίσματα επιπλωμένα κομπλέ: κρεβάτι σουηδικό, στρώμα με-τρυπάει-ο-σουμιές-και-ξυπνάω-με-λουμπάκο, ντουλάπια μουσταρδί, τοίχος μπεζουλί-η-πολυκαιρία-έχει-κάνει-τη-δουλειά-της, κουρτίνα ασορτί, νιπτήρας αχιβάδα, καζανάκι πέφτει-αλυσιδάκι-από-ψηλά, τρία-κομάτια-στο-χιλάρικο στη βεράντα. Ρίχνω κλεφτές ματιές στην δίπλα ‘καμπάνα’, να δω μπας κι ο Κωνσταντάρας κάνει διατάσεις.

Σκηνή 2
Ιδιοκτήτρια καμπάνων επιπλωμένων κομπλέ: μαύρο πανελόνι νάυλον-έχω-βγάλει-καντύλες, μπλούζα μαύρη ασορτί, μαλλί όσα-παίρνει-ο-άνεμος, παπούτσι με-ζεσταίνει-στους-μείον-είκοσι-κι-ας-έχει-συν-σαράντα, ύφος κακόμοιρο, δόντια δυο-στη-χάση-και-τρία-στη-φέξη. Μας δείχνει την καμπάνα μας την επιπλωμένη κομπλέ, μας κάνει καλύτερη τιμή επειδή είμαστε εμείς (πρώτη φορά τη βλέπαμε) και δε μας κόβει απόδειξη γιατί η κοινωνία είναι άτιμη που άλλους τους ανεβάζει μα άλλους...

Σκηνή 3
Παραλία φουλ κομπλέ: λουόμενοι με μαγιό σλιπ-βάζω-μέσα-και-το-βυζί και σαγιονάρα καθαρίζω-με-τα-δάχτυλα-το-δρόμο έχουν καταφτάσει με τα παιδιά, την πεθερά, τον κροκόδειλο τον φουσκωτό, τα στρώματα τα φουσκωτά και τα μπωλ με τους κεφτέδες. Στήνουν την τέντα παραλίας, τις καρέκλες παραλίας, τις ξαπλώστρες παραλίας κι απλώνουν τα κορμιά τους παντού. Βάζουν μουσική στο τρανζίστορ, διαβάζουν «Λοιπόν», συζητάνε 'διακριτικά' με ένταση στη φωνή ας-με-ακούσει-όλη-η-παραλία τις αλλαγές στη ζωή της Μενεγάκη και διαμαρτύρονται γιατί τα τζιτζίκια ξεσήκωσαν τον κόσμο.

Σκηνή 4
Θέατρο Επιδαύρου φουλ κομπλέ: κύριος με ακτινίδια στο πουκάμισο, βεντάλιες πάνε κι έρχονται, λουκανικόπιτες με μυρωδιά που φέρνει ναυτία και κυρία με εσπαντρίγια και στρας. Πού πας μωρή βλαχάρα με το στρας;

Monday, July 19, 2010

Πανηγύρι, το παραδοσιακό


Όλο το καλοκαίρι στην Πελοπόννησο τρελαινόμαστε με τα πανηγύρια! Γιορτές στις πλατείες των χωριών, στα προαύλια των σχολείων και στις εκκλησιές στους περίβολους... Με αφορμή τους Αγίους ή την παραγωγή προϊόντων έχουμε και λέμε, γιορτή Πέτρου και Παύλου, Αγιών Αποστόλων, γιορτή του σκόρδου, Μαρίνας, γιορτή της μελιτζάνας, Ηλία, Παρασκευής, Παντελή, γιορτή της πατάτας, Μεταμόρφωση του Σωτήρος, κτλ., με αποκορύφωμα τη γιορτή της Παναγιάς.

Συνεχείς οι αφορμές και κάθε εβδομάδα του καλοκαιριού ο κόσμος μαζεύεται στα χωριά, στήνονται τραπέζια πλαστικά με τραπεζομάντηλα χάρτινα, καταφθάνουν μικροπωλητές, έρχονται οργανοπαίχτες και στήνονται γλέντια μέχρι το πρωί!

Από νωρίς την παραμονή της γιορτής του Αγίου μπαίνουν τα τραπέζια κι οι καρέκλες στον κεντρικό χώρο. Κατά μήκος του δρόμου που συνδέει την εκκλησία με την πλατεία, ή την εκκλησία με το χωριό, οι μικροπωλητές στήνουν πάγκους κι απλώνουν την πραμάτεια τους. Μπαίνουν στο πλάι οι γεννήτριες και συνδέονται δεκάδες φώτα. Όταν έρθει η ώρα η νύχτα θα είναι μέρα κατά μήκος της αγοράς.

Αρχίζει ο εσπερινός, οι καμπάνες χτυπάνε, οι κυράδες στολίζονται. Έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει. Οι άντρες και οι νεότερης ηλικίας απλά περνάνε για να προσκυνήσουν την εικόνα και να ανάψουν ένα κερί. Μετά βόλτα βιαστική στην αγορά και γρήγορα στην πλατεία για να πιάσουν τραπέζι. Δε μπορούν να το ρισκάρουν, είδαν κόσμο στην εκκλησία και μόλις τελειώσει η λειτουργία όλοι θα 'διεκδικήσουν' τη θέση τους στην πλατεία του χωριού.

Πράγματι, αργότερα η πλατεία γεμίζει από κόσμο. Η νύχτα έχει πέσει για τα καλά. Ο γνωστός βρίσκει το γνωστό και γίνονται παρέες μεγάλες.

Οι οργανοπαίχτες παίρνουν θέση και ετοιμάζουν τα όργανα: "ένα, δύο, τεστ, τεστ".

Περιφερειακά στην πλατεία έχουν απλωθεί οι πάγκοι με τα φαγητά. Πρωταγωνίστρια η γουρνοπούλα, δηλαδή γουρουνόπουλο ψητό στη σούβλα! Τύπος με ποδιά και μαχαίρα περιμένει πίσω από τον πάγκο την παραγγελία.
- Βάλε 2 κιλά, να μην έχει λίπος.
- Είναι γάλακτος.
- Κόψε.
- Κάνε άκρη, λερώνει!
- Βάρα σου λέω!
Και το θαύμα γίνεται! Φεύγεις φορτωμένος με σακούλα νάυλον και καμιά δεκαριά λαδιές να κοσμούν την αμφιέση σου. Τα περιεχόμενα της σακούλας 2 κιλά γουρνοπούλα τυλιγμένο σε χαρτί κρεοπωλείου και αλουμινόχαρτο στριφογυριστό με ανάμικτο αλατοπίπερο. Από άλλον πάγκο προμηθεύεσαι ψωμί, αγγουροντομάτα σε αλουμινένιο βαθύ πιάτο και γραβιέρα κομμένη σε μπαστουνάκια τυλιχτή σε μπακαλόχαρτο. Αυτά επί 2 για να φτάνουν όλοι. Σήμερα, μπορείς να προμηθευτείς (δωρεάν αυτά) και πλαστικά πιάτα και πλαστικά πιρούνια. Παλιότερα όλα με τα χέρια γίνονταν...

Αν η αφορμή της γιορτής είναι κάποιο τοπικό προϊόν, εννοείται πως οι νοικοκυρές του χωριού έχουν φροντίσει να προμηθεύσουν το μανηγύρι με αντίστοιχες μαγεριές: πατάτες με σέλινα, τηγανητές αγκινάρες με σκορδαλιά, μελιτζάνες μουσακά, ...

Στο τραπέζι όλοι κάνουν στην πάντα να ακουμπήσεις τα πράγματα. Το χαρτί κρεοπωλείου μαζί με το περιεχόμενο του μπαίνει σε κεντρικό σημείο για να φτάνουν όλοι. Ο πιο 'τολμηρός' αναλαμβάνει να σηκώσει τα μανίκια, να χωθεί ως τους αγκώνες (περίπου) μέσα στο κρέας και να το κόψει σε μερίδες (περίπου). Ανοίγει και το στριφογυριστό αλουμινόχαρτο και ρίχνει μπόλικο αλατοπίπερο. Τη θέση τους στο τραπέζι βρίσκουν και τα παρελκόμενα.

Αρχίζει το κλαρίνο. Αρχίζει και το φαγητό. Σηκώνεις το χέρι και φτάνει το παιδί με μπύρες σε έναν κουβά.
- Πόσο τις έχεις;
- 2,5 τη μία.
- Άσε 4.
- Φέρε 10.
Αν η παρέα είναι μεγάλη, πας στον πάγκο με τα ποτά. Ζητάς καμιά εικοσαριά μπύρες, σκύβει ο τύπος μέσα σε βαρέλι μεγάλο με πάγο και σου γεμίζει τη σακούλα με όσα ζήτησες.

- Γειά μας!
- Χρόνια πολλά τα πανηγύρια μας!

Και παίζει το κλαρίνο και κάποιοι ακόμα τρώνε και τα παιδιά πάνε κι έρχονται με τους κουβάδες και τις μπύρες και κάποιοι μερακλήδες έχουν στήσει ήδη χορό.

Ενδιάμεσα κάνεις βόλτα στην αγορά, όλο και κάτι υπάρχει να ψωνίσεις που ως τώρα δεν ήξερες πως το χρειαζόσουν.

Και πάλι χορό και πάλι μπύρες! Κι οι ομογενείς μας (που τους έχουμε πολλούς) φορούν χρυσό δαχτυλίδι, χορεύουν τσάμικο μόρτικο και σκύβουν μπροστά από το πάλκο για να ακουμπούν το αυτί τους στον κλαρίνο. Παλιότερα (που είχαμε δραχμές) πετούσαν και δολλάρια για εφέ, είναι πολύτιμα πια.

Ενδιάμεσα τρως λουκουμάδες για γλυκό.

Και πάλι χορό και πολλές μπύρες! Μέχρι το ξημέρωμα...

Παιδιά μάς έπαιρναν οι γονείς μαζί τους στα πανηγύρια. Ίσως να βαριόμασταν τότε. Μας 'πίεζαν' και να χορέψουμε καλαματιανό οπότε... Τα συμπάθησα με τον καιρό, μετά έγιναν συνήθεια, τώρα παίρνω τους φίλους μου μαζί. Προσπαθώ να μην τους πιέζω να χορέψουν καλαματιανό...

Tip: Μετά την γουρνοπούλα, η χαρτοπετσέτα δεν κάνει δουλειά. Για να καθαρίσεις τα χέρια σου απλά τα ξεπλένεις με μπύρα. Κάνει θαύματα!

Monday, July 12, 2010

Μια άλλη πλευρά της καθημερινότητας...

... όχι και τόσο ευχάριστη.
Αξίζει να ρίξουμε μια 'κοντινή' ματιά.





by NicosReth

Monday, July 5, 2010

Η αυλή της κυρά-Τσεβής

Με αφορμή την ανάρτηση της Zekia και ένα τελάρο βερίκοκα ευλαβικά βαλμένο στο ψυγείο με κατέκλυσαν θυμίσεις από τα καλοκαίρια τα παλιά...

Ο παππούς μάς είχε αφήσει νωρίς, ήμουν δεν ήμουν τεσσάρων χρονών, κι η γιαγιά 'ξεχειμώνιαζε' μαζί μας. Κάθε χρόνο, τέτοιος καιρός θα ήταν, ίσως και λίγο πρωτίτερα, είχαν μόλις τελειώσει τα σχολεία, ο μπαμπάς μας είχε αγοράσει τις "Χαρούμενες Διακοπές", είχαμε φορτώσει τα ρούχα, τα μαγιό και τη γιαγιά και φέυγαμε για το χωριό. Ήταν η περίοδος συγκομιδής των βερικόκων!

Συνοδηγός η γιαγιά, πάντα, γυναίκα επιβλητική. Στο πίσω κάθισμα η μαμά, η αδελφή μου κι εγώ. Σε όλη τη διαδρομή η γιαγιά κρατούσε μια poly-bag με φρυγανιές, τις μασουλούσε σε όλο το ταξίδι, για να μην ζαλίζεται έλεγε. Κάτι θα ήξερε... Η μαμά κι η αδελφή ζαλίζονταν και ξεζαλίζονταν δέκα φορές μέχρι να φτάσουμε στο χωριό, κρατούσαν poly-bag για άλλο πράγμα εκείνες.

Φτάναμε, ξεφορτώναμε, η μαμά κι η γιαγιά πιάνανε τις δουλειές, να ξεβρωμίσουνε το σπίτι και την αυλή. Ο μεγάλος αδελφός του μπαμπά έμενε εκεί, μα τι να περιμένεις από έναν εργένη; Ο μπαμπάς κι ο μικρότερος αδελφός του οργανώνανε τη συγκομιδή, τελάρα, εργάτες, μεροκάματα. Η αδελφή μου κι εγώ απλά κάναμε χαρές, βρίσκαμε παρέα τα ξαδέλφια μας εκεί!

Το σπίτι ήταν μικρό, είχε κουζινάκι με πέτρινο νεροχύτη και γκάζι, και λουτροκαμπινέ πρόσθετο κολλημένο εξωτερικά στο σπίτι. Όχι κάτι σπουδαίο δηλαδή...

Η αυλή όμως, τη λάτρευα τούτη την αυλή! Δεξιά κι αριστερά στην είσοδο, κατά μήκος του μονοπατιού, είχε φυτέψει η γιαγιά λουλούδια και γιασεμιά. Μεγάλα γιασεμιά, ψηλά ως επάνω, τα κλαδιά σκέπαζαν σχεδόν το μονοπάτι. Και μόλις έπεφτε το βράδυ κι έπιανε να δροσίζει πόση μυρωδιά έβγαζαν τούτα τα γιασεμιά! Έχει συντροφεύσει όλη την παιδικότητά μου εκείνη η μυρωδιά... Κλείνω τα μάτια και νομίζω πως μπορώ ακόμα να τα μυρίζω τα γιασεμιά...



Στο τέλος του μονοπατιού (και των φυτών της γιαγιάς) από την αριστερή πλευρά είχε στηθεί, από την εποχή που υπήρχε ακόμα ο παππούς, μια κούνια. Γίνονταν μάχες γύρω από αυτήν κούνια! Δεξιά άνοιγε το κυρίως μέρος της πλατειάς αυλής, στη μια πλευρά της οποίας ήταν το σπίτι και στην άλλη άκρη πηγάδι με μαγκάνι και καπάκι για να αποφεύγονται τα ατυχήματα. Μια πορτοκαλιά δίπλα από την είσοδο του σπιτιού έδινε χρώμα και περίσσιο άρωμα στην αυλή.

Πίσω από το πηγάδι, ο ξυλό-φούρνος της γιαγιάς. Πόσες πίτες, πόσα ψωμιά, πόσα ταψιά έμπαιναν κι έβγαιναν σε εκείνον τον φούρνο! Ήταν αλήθεια σπουδαία μαγείρισσα η γιαγιά! Τα γεμιστά της και οι πίτες της, ποτέ δεν έχω φάει νοστιμότερα! Πιο πίσω ήταν το κοτέτσι και το κτήμα του μπαμπά με λογής λογής δέντρα, πορτοκαλιές, λεμονιές, μανταρινιές. Κρυβόμασταν και παίζαμε πίσω από τα δέντρα, κυνηγάγαμε τζιτζίκια, σκαρφαλώναμε και τρώγαμε μανταρίνια.

Οι γονείς έφευγαν αχάραγα για τα κτήματα, να προλάβουν να μαζέψουν πριν να πιάσει η ζέστη του μεσημεριού. Εμείς ξυπνούσαμε αργότερα και βρισκόμασταν όλα τα ξαδέλφια στην αυλή της γιαγιάς. Η γιαγιά μαγείρευε, εμείς παίζαμε. Με μια τεράστια τριχιά, αφύσικα μεγάλη για τα μικρά μας χέρια, κάναμε σχοινάκι.



Παίζαμε και κρυφτό και αγαλματάκια ακούνητα και κουτσό. Η γιαγιά μας φώναζε για να φάμε αυγό μελάτο και να πιούμε πορτοκάλι. Μας μάλωνε αν κάναμε φασαρία και μας έβαζε τιμωρία στο δωμάτιο αν επιμέναμε να είμαστε ατίθασες.

Σαν μεγαλώσαμε λίγο, οι γονείς μάς ξυπνούσαν νωρίς, μας φορούσαν καπέλα και μας έπαιρναν μαζί στο κτήμα. Δίναμε κουβάδες στους μεγάλους, αδειάζαμε γεμάτους κουβάδες στα τελάρα, μαζεύαμε βερίκοκα από κλαδιά χαμηλά. Εργάτες κι εμείς, με μεροκάματο ένα απογευματινό παγωτό ή χαρτζιλίκι που απογευματινό παγωτό γινόταν έτσι κι αλλιώς.



Το μεσημέρι, μέχρι η γιαγιά να στρώσει το τραπέζι, μας φόρτωναν στο αγροτικό, μαζί με όλον τον εξοπλισμό, και μας κατέβαζαν στην παραλία. Ένα γρήγορο ουζάκι οι μεγάλοι, fanta μπλε και μια γρήγορη βουτιά τα παιδιά. Μετά στο σπίτι, πλύσιμο με το λάστιχο στην αυλή και καθαροί στο τραπέζι για το φαγητό της γιαγιάς. Είχε ησυχαστήριο μετά κι όποιος είχε αντίθετη γνώμη έμπαινε τιμωρία από τη γιαγιά. Α, η γιαγιά είχε κανόνες και η δημοκρατία δεν ήταν το φόρτε της! Εκτός από τα τζιτζίκια, αυτά ήταν ελέυθερα και ξεσήκωναν τον κόσμο όλο!

Τα απογεύματα οι μεγάλοι πήγαιναν για λίγο στο κτήμα. Εμείς παιχνίδι κλασσικά. Η γιαγιά σκούπιζε την αυλή, πότιζε τα φυτά και μετά έφτιαχνε μαρμελάδα βερίκοκο ή βύσινο γλυκό. Έρχονταν και φίλες της και τότε έβγαζε την ποδιά και καθόταν μαζί τους στην αυλή, τις κερνούσε κι έλεγαν νέα του χωριού για ανθρώπους που δεν ήξερα.

Τα βράδια βγαίναμε βόλτα με τους γονείς στην πλατεία. Μας έπαιρναν κανένα σουβλάκι που και που, ήταν η ανταμοιβή μας αν είχαμε δουλέψει αρκετά το πρωί.

....

Γυρίζω πίσω σε εκείνη την αυλή πολύ συχνά. Η γιαγιά δεν υπάρχει πια. Ούτε τα γιασεμιά! Ο μεγάλος αδελφός του μπαμπά δυσκολευόταν με τα φύλλα, φάρδυνε το τσιμεντένιο μονοπάτι και πέταξε την κούνια. Ευτυχώς το πηγάδι είναι ακόμα εκεί κι η πορτοκαλιά...

Tuesday, June 29, 2010

Νοικοκυρά σε απόγνωση


Ανοίγω την πόρτα και τις βλέπω να έχουν στήσει πάρτυ. Πάρτυ κανονικό καλέ! Με μουσική και χορούς, και δώστου να στροβιλίζονται ανέμελες. Ούτε που τις απασχόλησε η παρουσία μου. Τελείως ξεδιάντροπες! Κι οι άλλες οι κυρίες (φτου) να κρέμονται επιδεικτικά. Λες κι εγώ δε ζω εκεί. Λες και δεν τους έχω δώσει να καταλάβουν πως με ενοχλούν. Να φύγετε να πάτε αλλού!

Βάζω τη φόρμα μου, τη σαγιονάρα μου, πιάνω το μαλλί κοτσίδα. Έτσι για να τους τη σπάσω! Φέρνω όλα τα εργαλεία και απλώνομαι. Για να δούμε τώρα ποια είναι η κυρία του σπιτιού;

Και κάπως έτσι ξεκίνησα. Με ήλιο, φακιόλι και ποδιά ανάμεσα σε σκόνες, αράχνες και τόνους από ασιδέρωτα. Και κατέληξα με σκοτάδι, σκούπα και φακιόλι, και τα ασιδέρωτα ήταν ακόμα εκεί! Τον ατέλειωτο! Τον ατέλειωτο! Και να πεις πως δεν ασχολούμαι με το ρημαδόσπιτο! Συνέχεια κάτι κάνω και αυτό συνέχεια με προδίδει!

Σκούπισα καλά-καλά, επιτέθηκα με μανία κυρίως κάτω από τον καναπέ. Έβγαλα ένα κουβάρι από δαύτες, σκόνες, σκόνες, σκόνες. Μα πού χωράνε όλες εκεί; Μετά φόρεσα στο εργαλείο μου καινούριο φτερό και επιδεικτικά προσέγγισα τις γωνίες. Ειδικά εκείνες της οροφής. Αφού δε φεύγουν οι κάργιες από μόνες τους τούς έδειξα εγώ! Μόλις κατέστρεψα εργόχειρα και είδα ανακουφισμένη τα έργα μου, πήρα φανέλα παλιά (με τις απαραίτητες πολυ-καιρισμένες τρύπες) κι βάλθηκα να τρίβω τα έπιπλα. Τρίβε-τρίβε αποκαλύφθηκε το χρώμα τους. Μα τόσο ωραία έπιπλα έχω το λοιπόν! Έστρωσα και πετσετάκια λευκά αρχοντικά. Έτσι για να μου φανεί. (Τα βλέπω να καταλήγουν ίδιο χρώμα με τα έπιπλα σε λίγο καιρό και να ξεχνιούνται εκεί για πάντα.) Παρατήρησα πως έχω και φυτά. Εσωτερικού χώρου. Εμ, έτσι είναι. Άμα όλο το σπίτι αποκτά κοινό χρώμα χάνει την έννοια της η διακόσμηση! Έκοψα τα ξερά φύλλα και τα πότισα. Έριξα κι ένα σφουγγάρισμα και με έκπληξη είδα στον κουβά μου να συμβαίνει χημεία...

Πήρα μια ανάσα. Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει κι εγώ ήμουν σε μαύρα χάλια. Αποικίες είχαν κάνει οι αράχνες μέσα στο μαλλί. Κι εγώ που νόμισα πως τις έπεισα να μου αδειάσουν τη γωνιά. Κυριολεκτικά!

Επίθεση στα μπάνια. Έχουμε και δύο. Μπα πανάθεμα μας! Μα μου ήρθε να κάνω επιτόπου μετακόμιση σε γκαρσονιέρα. Πού να χωρέσει η αράχνη στην γκαρσονιέρα; Αφού έτσι απλώνεις το χέρι σου να τεντωθείς το πρωί και της καταστρέφεις την προίκα.
Πλύνε τα πλακάκια, πλύνε τους νεροχύτες, πλύνε τις λεκάνες (μπλιαχ, μπλιαχ, μπλιαχ). Ακόμα και το πλυντήριο έπλυνα και τις κολλώνιες. Πρέπει να κάνω καταπακτή να τα βάζω όλα μέσα. Ούτε οι Γερμανοί τους Εβραίους δεν έβρισκαν εκεί, θα βρίσκει η σκόνη τις κολλώνιες μου;

Είχα γίνει μούργος, βρωμίλος, γουρούνι. Ήθελα να κάνω μπάνιο μα σκέφτηκα πως ένας φαύλος κύκλος είχε μόλις ξεκινήσει. Η βρώμα από το σπίτι ήρθε κι έκατσε επάνω μου, αν κάνω μπάνιο θα πάει και θα κάτσει στη μπανιέρα, μετά θα πρέπει να τρίψω την μπανιέρα κοκ. Τραγικό! Θα ασπρίσουν τα μαλλιά μου και θα είμαι ακόμα με φακιόλι, ποδιά κι ασιδέρωτα!

Μαύρο σκοτάδι έξω, φωτοχυσία μέσα για να βλέπω τις ζάρες και Ρούλα στην τιβι. Κόντεψε να πέσει να τσακιστεί η Ρούλα στην σκηνή κι έκαψα το δαχτυλό μου από την αγωνία! Κι εγώ που νόμιζα πως πάει η βασίλισσα με το σίδερο... Τρεις ώρες αργότερα και δύο δάχτυλα λιγότερα ο τόνος είχε μειωθεί στο μισό. Χύθηκα στον καναπέ...

Την τύχη μου μέσα! Θέλω να γίνω κα. Κοκοβίκου. Τουλάχιστον το θερμοσύφουνα θα είχα κάποιον να μου τον άναβει!

Wednesday, June 16, 2010

Ποδηλατάδα στην εξοχή

Μετά το πρωινό μας πήραμε τέσσερα άτομα τα δύο ποδήλατα που υπήρχαν στο σπίτι και πήγαμε ποδαράτα για να νοικιάσουμε άλλα δυο. Η μέρα μας ήταν αφιερωμένη σε ποδηλατάδα στην ολλανδική εξοχή!
Αν και Μάιος είχαμε βάλει τα μπουφάν μας, το κρύο ήταν πολύ. Είχαμε πάρει και τη φωτογραφική μας μηχανή και φυσικά όλη μας την καλή διάθεση...

Έξω από το μαγαζί βρίσκονταν παρκαρισμένα μερικές δεκάδες ποδήλατα στη σειρά. Η κοπέλα στο ταμείο μάς έδωσε κλειδιά για δύο από αυτά. Χρειάστηκε να την ενοχλήσουμε αρκετές φορές (και να μας δώσει αρκετά κλειδιά) μέχρι να το πάρω απόφαση πως η σέλα του πιο "χαμηλού" ποδηλάτου μού έφτανε αρκετά πιο πάνω από το ύψος της μέσης! Μα δηλαδή! Εγώ φταίω που δεν είμαι 1.90; Να ζητήσετε τα ρέστα από τη μάνα μου και τον πατέρα μου, τα γονίδια που μου έδωσαν και το φαγητό που με τάιζαν! Τώρα πώς στο καλό θα έκανα ολλανδικό ποδήλατο; Ανάθεμα την τύχη μου δηλαδή, που αν είχε σώμα κι αυτή κοντή θα ήταν!

Σκαρφάλωσα πρώτα στο πεζοδρόμιο και μετά σε ένα παγκάκι για να καταφέρω να κάτσω στο ποδήλατό μου. Τα πόδια μου με το ζόρι έφταναν τα πετάλια! Το πήρα απόφαση πως θα έμενα εκεί πάνω να αγναντεύω για το υπόλοιπο της μέρας. Και σε περίπτωση που ήθελα να σταματήσω θα έπρεπε να βάλω δοκάρι να στηριχτώ, να κάνω σάλτο μορτάλε ή τέλος πάντων να βρεθώ φαρδειά πλατειά κάτω με το ποδήλατο από πάνω μου. Ή από κάτω μου, μικρή σημασία έχει... Και ο Θεός βοηθός! Που αν είναι Ολλανδός θα έχει πέσει ήδη τ' ανάσκελα από τα γέλια με το χουνέρι που έπαθα.

Ξεκινήσαμε από το Φόλενταμ.

Είχε κόσμο και δυσκολευόμουν να τους αποφύγω. Έκανα το πρώτο μου σάλτο, επιβίωσα, πήρα το ποδήλατό μου αγκαζέ και περπάτησα στο πλακόστρωτο, ανάμεσα σε μαγαζιά και σε νερό. Νερό... Σχεδόν καμιά φορά δεν καταλάβαινα αν το νερό είναι θάλασσα. λίμνη, ή κάτι άλλο. Τι σημασία είχε;
Λίγο πιο κάτω ο κόσμος αραίωσε. Πεζούλι, παγκάκι, ποδήλατο και φύγαμε!

Συνεχίσαμε την ποδηλατάδα στη ράχη ενός φράγματος.
Φυσούσε πολύ εκεί πάνω! Από τη δεξιά πλευρά η θάλασσα με μερικούς σέρφερς να δίνουν "παράσταση" κι αριστερά, αρκετά μέτρα πιο χαμηλά, ο δρόμος. Στο μονοπάτι πάνω στο φράγμα κάποιος κύριος έκανε τζόκινγκ παρέα με τον σκύλο του και μια κοπέλα έκανε περίπατο. Εγώ πάλι έκανα σλάλομ και νιώθω ακόμα τυχερή που δεν έκανα βουτιά από το "θρόνο" μου!

Φτάσαμε στο Ένταμ.

Όμορφο γραφικό χωριουδάκι, με κανάλια και γέφυρες, με δέντρα που έπαιζαν κρυφτό με τον ήλιο, και όλων των ειδών τα ντόπια τυράκια απλωμένα μπροστά στα μαγαζιά.



Είχαμε αρχίσει να κάνουμε διαλείμματα, αναγκαζόμουν να σταματάω, κόντεψα να πέσω 2-3 φορές μα στο τέλος έγινα πολύ καλή στο ανέβα-κατέβα. Σχεδόν δε χρειαζόμουν ούτε πεζούλι!

Βρεθήκαμε σε βοσκοτόπια με αγελάδες και κανάλια, είδαμε πάρκα, μύλους κι όμορφους οικισμούς.






Είχε πάει ήδη απόγευμα. Λίγο κουρασμένοι, κάπως πεινασμένοι, πολύ ικανοποιημένοι, επιστρέψαμε στο Ένταμ για μερικά ψώνια (φυσικά!;-)) κι ήπιαμε έναν καφέ πριν να γυρίσουμε σπίτι.

Μια πολύ όμορφη βόλτα με πολύ καλή παρέα! Πήρε (επάξια) τη θέση της στα ομορφότερα πράγματα που έχω κάνει ποτέ :)