Thursday, March 22, 2012

Το χρονικό μιας ... επιτυχημένης κατάβασης

Και είμαστε παρέα και χαιρόμαστε! Την ξενοδοχειάρα μας, την κρεβατάρα μας, στην κοσμάρα μας...
Ξυπνάμε νωρίς το πρωί, απολαμβάνουμε ένα καλό πρωινό (για να πάρουμε δυνάμεις), και αποχωρούμε στο δωμάτιό του ο καθένας για να ετοιμαστούμε.
Και φοράμε όλο μας τον εξοπλισμό, την ζεστούλα σαλοπέτα μας, τη μάλλινη την ασεξουαλική την κάλτσα ως το γόνατο, το κολλητό ισοθερμικό μπλουζάκι διαγράφω-τον-έξτρα-κόκκο-ζάχαρης-που-έφαγες-εχθές-κακό(!)-κορίτσι, το μπουφάν (με όλα του τα κονφόρτ), βάζουμε τον σκούφο, τη (δανεική) μάσκα και τα γάντια στην τσέπη. Λίγο πριν από την αναχώρηση βάζουμε και τα πόδια μας στον γύψο που χαριτολογώντας μπορείς να το πεις και μπότες του σκι.


Παρένθεση.
Καλά, εγώ έχω πάρει κάτι μπότες άψογες! Δεν είναι και γόβες βέβαια, αλλά δεδομένης της ακαμψίας τους έχουν πολύ στυλ! Με τις γούνες τους από μέσα, με τα σχέδια τους απέξω, και με ασορτί μπατόν! Χάρμα!
Κλείνει η παρένθεση.

Φτάνουμε στη ρίζα του βουνού και είμαστε στα 900 μ. Ψηλά θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί, σχεδόν στο επίπεδο της θάλασσας σε σχέση με αυτό που θα ακολουθήσει έχω να συμπληρώσω εγώ. Και παίρνουμε το τελεφερίκ, φορτώνουμε τα σκι στο πλάι του και πάει κι ανεβαίνει το άτιμο και σου κόβεται η ανάσα.

Μετά από 20' είμαστε στον κύριο χώρο του χιονοδρομικού, 1600 μ. σου λέει. Κόσμος αρκετός, μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες για το καλό, δένουμε μπότες, φοράμε σκούφο, (δανεική) μάσκα, γάντια και βουρ για τους αναβατήρες. Είμαστε ακόμα χαμηλά. Και παίρνουμε τον ένα αναβατήρα και μας ανεβάζει πιο ψηλά και παίρνουμε και τον επόμενο και μας φτάνει στα 2746 μ.
- "Γιούχου, Δία, Ήρα, είναι κανείς εδώ;", φωνάζω με ενθουσιασμό. Κανένας δεν απάντησε, θα είχαν πάει (οι σοφοί) στις θερινές τους κατοικίες.

Και όλη αυτήν ώρα που ανεβαίναμε απολάμβανα τη θέα η αφελής. Ούτε στιγμή δε σκέφτηκα πως εκεί ψηλά ενδέχεται να κάνει κρύο, ούτε στιγμή δεν προβληματίστηκα με τον τρόπο που (δε) θα μπορούσα να κατέβω τις πλαγιές με τα πόδια στο γύψο και τον γύψο σφηνωμένο στα μακρυνάρια...

Η μύτη μου άρχισε κατευθείαν να διαμαρτύρεται, κατέβαζα τον σκούφο, ανέβαζα το μπουφάν αλλά δεν έφταναν να κάνουν τη δουλειά σωστά. Με προμήθευσαν με full face. Δανεική μάσκα, δανεικό full face, σαν μύγα σε μεγένθυση με καταντήσανε! Αλλά σε αυτήν την περίπτωση, το στυλ οπισθοχώρησε μπρος στην ανάγκη να έχω τη μύτη μου στη θέση της και την επομένη.
-"Έτοιμη; Ας ξεκινήσουμε!", μου φώναξαν με ενθουσιασμό οι υπόλοιποι.

Δεν καλο-έβλεπα, δεν καλο-ανάσαινα, αλλά φώναξα ένα πολύ ζωηρό "Πάμε!" που αμέσως τους έπεισα!

Πάμε πιο πέρα, εκεί που αρχίζει η κατηφόρα, κάνουν ένα τσουπ μπροστά κι αρχίζουν την κατάβαση. Εγώ κάνω προσεκτικά ένα τσουπ πίσω. Βρε να κάνω έτσι να γλιστρίσω να έχουμε άλλα;

Δε λέω, ξέρω σκι, αλλά πλαγιά από πλαγιά έχει μια κάποια (πολύ μεγάλη) διαφορά! Κι αν σκεφτείς την πλαγιά που ξεκινάει από τα 2746 μ., πόσο ομαλή πιστεύεις εσύ πως θα είναι η κατάβαση; Οι υπόλοιποι κάνουν μια στάση 200 μ. μπροστά και φωνάζουν, "Έλα, δεν είναι τίποτα, αυτά που έχουμε πει να κάνεις και θα κατέβεις αέρα!". Μωρέ αυτά που έχουμε πει αλλιώς τα κάνω εγώ στο χαλί του σπιτιού μου, αλλιώς σε κλίση 2%, κι αλλιώς (δεν) τα κάνω σε κλήση 30%. Άκου εκεί αέρα, που έτσι και σαβουριαστώ θα φτάσω με τη μία στις θερινές κατοικίες των Θεών και δεν έχω και το μαγιό μου μαζί!

Καταπίνω μία, ξεροκαταπίνω δύο, "μια απόφαση είναι", σκέφτομαι και σπρώχνω λίγο μπροστά. Ξεκινάνε τα ρημάδια τα μακρυνάρια και σας το λέω, δεν είναι εύκολο να τα πείσεις πως δεν το εννοούσες!

"Ρίξε το βάρος σου μπροστά", "Βάλε πίεση στο έξω πόδι", "Τράβα το μέσα χέρι", δεν έκανα salsa καλύτερα που έχω κι έμφυτο το κούνημα η γυναίκα; Οι υπόλοιποι που με είδαν να ξεκινάω, ξεκίνησαν κι αυτοί, θα είχαν φτάσει στη βάση των αναβατήρων τώρα.

Εγώ μετά από 200 μ. κουράστηκα και στάθηκα να πάρω μια ανάσα. Και πάμε να κάνω άλλα 200 μ. και να σταθώ πάλι να πάρω μια ανάσα. Και πάμε πάλι και τσουπ μια σαβούρα, αναγκαστική ανάσα αυτή τη φορά. Είχα αρχίσει να ιδρώνω, το full face με έσφιγγε, από την αγωνία μου μάλλον ήταν. Μια ματιά προς τα πίσω, δέος! Και για την πλαγιά και για το πώς κατάφερα να το κατέβω αυτό. Πολλές ματιές προς τα μπροστά, κόμπος στο λαιμό. Τι με περίμενε ακόμα; Και το τέλος αργούσε να φανεί!

Κι έτσι ανάσα στην ανάσα, σαβούρα στη σαβούρα, έκανα τα 7χμ. της πίστας κι έφτασα αγαπητοί μου μετά από 1 ώρα και 15' στον κύριο χώρο του χινοδρομικού! Ένα ράκος, κάπως περήφανη, κάπως πιο έμπειρη, με μια εξαιρετική συλλογή από μώλωπες. Δεν τους είδα (πώς να τους δω άλλωστε κάτω από όλα αυτά που είχα ντυθεί;), αλλά τους ένιωθα για τα καλά.

Κι αυτή, που λέτε, ήταν μόλις η αρχή μιας λαμπρής σταδιοδρομίας στις πλαγιές...

Wednesday, March 21, 2012

Με τον ήλιο παρέα



Και όλα ξάφνου γεμίζουν φως, χρώματα, κι αρώματα...