Sunday, March 31, 2013

Ήθελα η μούρη μου να φορέσει σέλα!


Είμαστε που είμαστε έξω από το Μπολσόι δε μπαίνουμε και μία μέσα να δούμε περί τίνος πρόκειται; Γούνες δεν είχαμε, μήτε και σκαρπίνια για να καμαρώνουμε με το σύρε κι έλα. Μα έχουν φύγει από τη μόδα καλή μου στη δική μας τη χώρα! Εμείς τώρα φοράμε γαλότσες με καρό! Αλλά πού να καταλάβεις εσύ;

Πρώτη στάση στην γκαρνταρόμπα. Καπελιέρες, κρεμάστρες, καθρέφτες. Μωρ' τι να αφήσουμε εμείς εδώ; Το φέσι και το μπουφάν το φουσκωτό; Γυαλίζομαι στους καθρέπτες, στρώνω το κατσόμαλλο, και βγάζω φωτογραφία με φόντο όλο τον κόσμο τον καλό.

Δεύτερη στάση στη σάλα. Τι να ήταν άραγε παλιά εδώ; Θα τα έπινε ο αυτοκράτορας πριν την ψυχαγωγία...
Καθαρίζω τη γαλότσα στο παχυλό χαλί διακριτικά. "Σιγά τον πολυέλαιο", σκέφτομαι καθώς κοιτάω αδιάφορα ψηλά.
Τα φλας πάνε κι έρχονται. Φωτογράφε, τράβα καλέ κι εμένα μία!

Ανεβαίνουμε την σκάλα, ας πάνε τα σκαρπίνια με το ασανσέρ...

Στάση τρίτη (βοήθειά μας) στο θεωρείο. Κολλητό ήταν με το του αυτοκράτορα. Εμ, το παχνί δεν μ’ άρεσε, ήθελ’ αρχοντιά! Η κυρία στο ίδιο μπαλκονάκι βγάζει το κυάλι και παρατηρεί... Εγώ βγάζω φωτογραφίες την ορχήστρα, την πλατεία, και την σκηνή. Ωραίο το θεατράκι δε μπορώ να πω, ρουστίκ, με τις κολονίτσες του κι από όλα.

Κι όταν το κουδούνι χτυπήσει τρεις φορές κλείνουν τα φώτα κι αρχίζει όπερα γερμανική. Μη ρωτάτε γιατί! Αυτό είχε, αυτό μας έλαχε να περάσουμε. Όπερα γερμανική με ρώσικους υπότιτλους.

Και καθώς κανένα από τα δυο δεν είναι το φόρτε μου, σκουντάω το έτερον μου ήμισυ να μου μεταφράσει καμιά άρια. Τέλειος συγχρονισμός! Τον πρόλαβα εκεί επάνω που είχε γύρει και ήταν έτοιμος να σηκώσει τα λιθάρια!

"Βρε μεγάλη μου αγάπη", του λέω εμφανώς ενοχλημένη, "άνοιξε τα γκαβά σου και μορφώσου!" Με κοίταξε η κυρία από δίπλα σαν κουκουβάγια με το κυάλι. Καλά ντε, τι φοβάσαι, μπας και χάσεις πώς λαλούν οι παπαγάλοι; Ε ρε κάτι περίεργοι άνθρωποι!

Άκουγα κι εγώ, τι να ακούσω δηλαδή; Κυρίως έβλεπα. Τα χρώματα έβλεπα, τα σκηνικά έβλεπα, τα πουά στο καλσόν της διπλανής έβλεπα, έβλεπα και τις φάτσες των ηθοποιών δίχως κυάλι, έβλεπα... Αετός η δικιά σου!

Τρεις πράξεις είχε το εργάκι και πιάστηκε ο αγκώνας μου να σκουντάω τον καλό μου. Μα δεν είναι να τον πηγαίνεις πουθενά το χρυσό μου!

Τελειώνει καμιά φορά, με διχώς ούτε ένα φιστίκι, ξεροσφύρι το κατάπιαμε, και κάνουμε έτσι (επιτέλους!) να φύγουμε. Σαν τα ελατήρια δηλαδή πεταχτήκαμε επάνω! Ευτυχώς που δεν είχαμε να παραλάβουμε κάστορα από την γκαρνταρόμπα και την γλιτώσαμε την ουρά παρέα με τα σκαρπίνια.

Τόσο κέφι μας είχε ανοίξει η όρεξη εντωμεταξύ. Μπαίνουμε σε ένα μαγαζάκι παρακάτω, άντε πάλι κι εδώ απίκο ο γκαρνταρομπέρ! Τι να σου δώσω μάνα μου; Πειράζει να βγάλω τη γαλοτσίτσα που έχουν ανάψει τα πόδια μου σαν να τα έχω ακουμπισμένα σε καλοριφέρ;

Τέλος πάντων μετά τον γκαρνταρομπέρ μας παραλαμβάνει ο μετρ και μας καθίζει σε μιαν αίθουσα πολύ σένια. Τόσο πολυέλαιο μαζεμένο σε μια μέρα δεν είχα δηλαδή ποτές μου δει! Δεν έφταιγε όμως ο πολυέλαιος που κάνανε τα μάτια μου πουλάκια!

Μας έφερε ο μετρ το μενού. Τι ήταν αυτό που πάθαμε; Κύριος, δε θέλουμε να το αγοράσουμε το κατάστημα! Κι εκεί που τη γλώσσα μας είχαμε καταπιεί ψάχνοντας να βρούμε το πιάτο το πιο φτηνό, σκάει μύτη μπαντούλα 'το τρίο τσαλαπετεινό '. Την τέχνη μου μέσα απόψε!

Παραγγέλνουμε εκεί χάμω μια ταραμοσαλάτα στα δύο. Τι να φας και να μην φαλιρίσεις δηλαδής;

Ο καλός μου τώρα είχε ξυπνήσει, κοκκινίσει, και χτυπήσει μπλακ τζακ σε πίεση.

Ρημαδοφάγαμε ό,τι μας σέρβιραν εκεί πέρα, πλερώσαμε όλο μας τον εβδομαδιαίο προϋπολογισμό, και φύγαμε σαν κλέφτες. Καλέ πριν να καταλάβουν πως για τιπ αφήσαμε κάτι χαρτάκια από τσίχλες!

Και κάπως έτσι καταλήξαμε με το φεσάκι μας στον ώμο για το δρόμο, για τον τρόμο (στη θέα του λογαριασμού της πιστωτικής)...

Friday, March 29, 2013

Μόσχα

Μόσχα, μια πόλη 12.000.000 κατοίκων, μια πόλη με σχεδόν 9 αιώνες ιστορία, η πόλη των Σοβιέτ με τα μουσεία, τις όπερες, και τα τερατώδη γκρίζα κτίρια, η πόλη του έντονου χριστιανισμού με τις δεκάδες εκκλησίες, τους περίτεχνους γυαλιστερούς τρούλους, τους πιστούς δίχως ξέσκεπα μαλλιά. Μια πόλη ζωντανή μέρα και νύχτα, με χρώματα και αντιθέσεις πάνω και κάτω από τη γη...


Και τι να πρωτοκοιτάξεις, τι να πρωτοθαυμάσεις, τι να προλάβεις να γευτείς;
Επέτρεψα με ένα γλυκό συναίσθημα, ένιωσα η πόλη να με αγκάλιασε, της παραδόθηκα κι εγώ και την άφησα να με ταξιδέψει...

Και είδα έναν παγωμένο ποταμό να κυκλώνει την πόλη, μια πόλη που ταλαντεύεται ανάμεσα στο παραδοσιακό και στο κάτι κάπως νέο.


Μια αυτοκρατορία που απλώθηκε ως τα πέρατα της γης για να κλειστεί μετά στα σταλινο-γοτθικού ρυθμού κτίριά της.


Μια ζεστή σούπα μπορς και μια μεγάλη ουρά στα ταμείο των Mac Donalds.


Ένα μετρό με σταθμούς μουσειακούς και κόσμο να μην κοντοστέκεται για να θαυμάσει.


Κομψές κοπέλες με καπέλα γούνινα να περπατούν ανυπόμονα σε τακούνια ψηλά, πρόθυμες να σε βοηθήσουν κι ας μην ξέρουν μια λέξη αγγλικά.


Καφέ με σφυροδρέπανο για διακόσμηση στους τοίχους και το illy να τείνει να αντικαταστήσει το μυρωδάτο φρουτένιο τσάι τους.


Θέλω να επιστρέψω εκεί και να είναι άνοιξη που οι βιολέτες θα ανθίζουν.
Και θα περιμένω να δω ανθρώπους που θα έχουν μια καλύτερη ζωή, χωρίς να θυσιάσουν εύχομαι κάτι από τη μοναδικότητά τους και την παιδεία τους και την ανθρωπιά τους.



Η Μόσχα δεν είναι η τέλεια πόλη, σε παρασύρει όμως μαζί της μέσα από την ιστορία της, τα κτίρια, τους ανθρώπους, τα χρώματά της. Κι ας είναι ένα από αυτά το γκρι...

Μόσχα, μια αληθινή πόλη με αληθινούς ανθρώπους...