Monday, September 29, 2014

Τα κόκκινα χείλη

Επέστρεψα στην πόλη μου και τηλεφώνησα τις προάλλες σε μια φίλη από τα παλιά. Δεν ξέρω γιατί, μη με ρωτάτε. Θα είχα να την δω και 6 χρόνια, μπορεί και 10 να είχαμε να τα πούμε από κοντά, έφυγε, έφυγα, χαθήκαμε. Τέλος πάντων, της τηλεφωνώ, χαίρεται που με ακούει, κανονίζουμε συνάντηση για καφεδάκι.

Έρχεται η ώρα, φοράω εκεί κάτι απλό, πιάνω και τα μαλλιά μου έναν πρόχειρο κότσο (τώρα με τον μικρό έχει χαθεί η ανυσηχία του πώς φαίνομαι, έχω μόνιμα αυτή του δεν προλαβαίνω!), βάζω ένα σανδάλι (καλοκαίρι είναι), παίρνω και το παιδί τσαντάκι, τέλος πάντων πάω. Μετά από λίγο ήρθε, βλέπω το πόδι να βγαίνει από το αυτοκίνητο με τη γόβα του, ακολουθεί το υπόλοιπο με το μίνι του, να' σου κι ο κορμός με το κολιέ του.

"Όχι ρε γαμώτο", σκέφτομαι, "είχα ξεχάσει πόσο σένια ντύνεται αυτή η κοπέλα!" και με το ένα χέρι συμμαζεύω στα γρήγορα την προχειρότητα του κότσου. Στο άλλο κρατάω τον μικρό. Κοιτάω τα πόδια μου, έχω ξεχάσει αν τα νύχια μου παραμένουν βαμμένα, ευτυχώς είχαμε πάει σε έναν γάμο δεν πάνε 20 μέρες.

Κι εκεί που βάζω το παιδί για φοντανιέρα μπας και τραβήξει όλη την προσοχή, εμφανίζεται τσουπ και το πρόσωπο της γόβας. Ε, μα όλα τα υπόλοιπα ωχριούν μπροστά του! Δεν είναι η ομορφιά του, εντάξει δε λέω καλή είναι η κοπέλα, αλλά εκείνο το κόκκινο κραγιόν του. Ένα έντονα κόκκινο κραγιόν βαλμένο μάλλον στα χείλη, μα μου φαινόταν απλωμένο τουλάχιστον από το πιγούνι ως τη μύτη!


Εναέρια ματς μουτς, "Πώς είσαι my dear" της λέω, "Καλά ma cherie" μου απαντάει, "Από εδώ το άτομο", της λέω, "Όνομα και πράγμα", μου απαντάει. Και χαμογελάει. Νομίζω δεν υπήρχε δόντι που να μην είναι βαμμένο κόκκινο με εκείνο το ίδιο έντονο κραγιόν! Δεν ξέρω βέβαια να σας πω με σιγουριά για τους φρονημήτες... "Μπα σε καλό της", σκέφτομαι και πιάνω το παιδί να έχει πάθει ακαμψία. "Τι έχεις παιδί μου;", τον ρωτάω, μου ρίχνει ένα βλέμμα (7 μηνών άνθρωπος) όλο υπονοούμενα "Κλόουν είναι βρε μάνα η κιουρία;", μπερδεύτηκε γιατί έλειπε η μύτη.

Τέλος πάντων, πάμε σε μια μπρασερί. "Μεσιέ πιάσε 2 καπουτσίνο όνε ζάνε και 2 ζάχερ τόρτε να πάνε κάτω τα φαρμάκια", του λέω. Το παιδί είχε μείνει ακόμα να κοιτά μαγνητισμένο, σου λέει μην βγούνε τα τρικ και τα χάσω! "Με συμπάθησε αμέσως, ε;", με ρωτάει η κοπέλα και παρατηρώ πως λίγο από το κραγιόν βρίσκεται στο μικρό δαχτυλάκι του δεξιού της χεριού, "Έτσι είναι αυτός με τις κιουρίες", της απαντάω. Τι να της έλεγα δηλαδή; Πως το παιδί δεν είδε τόσο κόκκινο μαζεμένο ούτε το περασμένο Πάσχα;

Ξεκινάμε την κουβέντα για τα παλιά, για τα καινούρια, για τη δουλειά, για τη ζωή, για τον κάβουρα και το ζουμί του.

Μα σε λιγάκι το κραγιόν άρχισε να απλώνεται παντού, στο φλιτζάνι του καφέ, στο αφρόγαλο, στην πετσέτα, στο κουταλάκι, στο πιάτο, στην τόρτε... Κι ακόμα κατακόκκινα τα χείλη! Δεν έβλεπα πια τίποτα άλλο, μετά βίας μπορούσα να ανταπεξέλθω στη συζήτηση, συνεχώς αναρωτιόμουν πότε θα σταματήσει αυτό το κραγιόν να ξεβάφει και να βάφει. Αν ήταν κραγιόν τελικά...

Χαιρετηθήκαμε κι έμεινα να γελάω μοναχή μου, το άτομο με κοίταξε με απορία "Τι έγινε βρε μάνα, πότε έχασα το τρικ;".

Tuesday, September 9, 2014

Όσα δε φέρνει ο πελαργός

Έρχεται κάποια στιγμή που αναζητάς το τηλέφωνο του πελαργού, μπορεί να φταίει που πλησιάζεις τα 35 (ή μήπως τα έχεις περάσει 3-4 χρόνια τώρα;), ή που έχεις βαρεθεί να ακούς εδώ και μια δεκαετία (πίσω από την πλάτη σου) να σε αποκαλούν "καημένη", ή που όλοι οι φίλοι σού δίνουν ραντεβού σε παιδότοπους μα δε σε συνοδεύουν ποτέ σε εκείνη την καινούρια μπυραρία, ή ακόμα που η κυρά-Απαυτούλα έκανε το τρίτο της παιδί, εσύ άκληρη θα μείνεις;

Και το καλείς το πτηνό, πολύ εξυπηρετικό δε μπορώ να πω, και πριν προλάβεις να το συνειδητοποιήσεις χτυπά το κουδούνι, ανοίγεις την πόρτα, και το πλασματάκι το βρίσκεις στο πρώτο το σκαλί μέσα στο πανί να σε κοιτά σχεδόν παρακλητικά. "Πόσο πολύ μπορεί να μου αναστατώσει τη ζωή 50 πόντους πλασματάκι;", σκέφτεσαι και το παίρνεις μέσα. Βρε ταχύτητα ο άτιμος ο πελαργός!


Πριν να το ακουμπήσεις, χτυπά και πάλι το κουδούνι.
- Παρακαλώ!
- Από τη φορτωτική είμαστε...
- Δεν παρήγγειλα κάτι!
- Ανοίξτε παρακαλώ κυρία μου κι έχουμε κι άλλες παραδόσεις!
Ανοίγεις από περιέργεια κυρίως ορμώμενη.
- Τι κουβαλάτε παρακαλώ;
- Όσα δε φέρνει ο πελαργός!
- Δεν τα θέλω!
- Θα τα πάρεις!
- Άλλα λόγια πέστε βρε παιδιά, με το ζόρι τα προικιά;
Σε κοιτάνε λοξά και μπουκάρουν οι κύριοι με κούνιες, λίκνα, κουρδιστό κρεμαστό, θερμαντήρες, αποστηρωτήρες, μπανάκια, ρουχαλάκια, ριλαξάκια, αρκουδάκια, τζέτζελα, μέτζελα, και στο τέλος δεν έχεις χώρο ούτε να σταθείς.
- Υπογράψτε εδώ ότι τα παραλάβετε, επιστροφές δε γίνονται δεκτές άπαξ, αλέν ντελόν. 
Και κλείνουν πίσω τους την πόρτα.

Πλασματάκι μια σταλιά και ζήτημα είναι αν έχεις πια ένα μέτρο ελεύθερο! Τι να το κάνεις βέβαια; Γιατί ακόμα μπορεί να μην το ξέρεις, αλλά η φορτωτική εκτός από το χώρο σου έκλεψε και τον χρόνο! Θέλεις να πάρεις τον πελαργό να παραπονεθείς, αλλά τώρα ο αριθμός είναι εκτός λειτουργίας. Περίεργα πράγματα, τις προάλλες με την πρώτη έβγαλες γραμμή! 

Το πλασματάκι αρχίζει να κλαίει, κάνεις οχτάρια ανάμεσα στο χαμό για να το βρεις. Ταίζεις, αλλάζεις, κοιμίζεις, ταίζεις, κοιμίζεις, κοιμάσαι, αλλάζεις, ταίζεις, κοιτάς το ρολόι σου κι έχει κιόλας αλλάξει η εποχή. Άντε από εκεί καλέ, και δεν έχεις προλάβει να κάνεις ένα ντουζ της προκοπής! Κι ακόμη να βγάλεις γραμμή, βρε τον άτιμο τον πελαργό!

Και μια μέρα, ενώ πηδάς πάνω από ένα ξυλόφωνο και κατά λάθος πατάς έναν γαιδαράκο με μεγάλα αυτιά, βλέπεις σαν κάτι να έχει παραπέσει στο πλάι του καναπέ. Το σηκώνεις, ένα κουτί, αριθμός φορτωτικής τάδε, θα τους παράπεσε και τρεις μήνες να μην το έχεις δει! Το ανοίγεις και μετά από τόσο καιρό σταματάει ο χρόνος, παγώνει η στιγμή για μια στιγμή. Περιέχει γέλια και χαρές, φωνούλες και γαργαλητά, χεράκια που κρατάνε, ποδαράκια που κλοτσάνε, αγκαλιές, ματάκια φωτεινά. Κι ο χώρος ανοίγει ξανά κι ο χρόνος διαστέλλεται. Και σάμπως για πρώτη φορά δε θέλεις πίσω την παλιά σου ζωή. Γιατί δε μπορείς να καταλάβεις πια πώς μπορεί να έχει νόημα μια μέρα σου χωρίς χαμόγελα φαφούτικα πλατιά...

Tuesday, January 28, 2014

Ταξίδι στας Ανατολάς. Πάλι!

Πολυαγαπημένη μου αδελφή,

Μόλις πριν από λίγο εφτασα στον προορισμό μου μετά από περίπου 24 ώρες στο δρόμο.  Όλα καλά, πες το στους γονείς να μην ανησυχούν. Νυσάφι πια με αυτήν την Κίνα! Εγώ άφησα την Ελλάδα για να ξενιτευτώ στην Ελβετία, μετανάστης με στυλ (και σεξ απίλ, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης) κι αυτοί οι σιχαμένοι οι εργοδότες μου, λες και το κάνουν επίτηδες, κάθε τρεις και λίγο με ξαποστέλνουν στην Κίνα. Βρε άι σιχτίρ, δεν τους μπορώ άλλους Κινέζους, κιτρίνισε το μάτι μου! Και το δέρμα μου! Γιατί ήλιος εδώ δε με βλέπει, τον έχει πάει περίπατο η μόλυνση. Βρε άι σιχτίρ! Τέλος πάντων, άλλα ήθελα να σου πω...

Πάω που λες στο αεροδρόμιο της Ζυρίχης στην ώρα μου, μια κυρία. Για να πνίξω τον πόνο μου έκανα λίγο σόπιν καθώς περίμενα, μη με ρωτάς δε θυμάμαι τι πήρα. Κι επίσης, δεν κράτησα την απόδειξη να δω αν πλήρωσα πολλά. Αρχίζει το μπόαρντιν, παίρνω τις σακούλες μου και πάω στο γκέιτ να κάνω τη δουλειά μου. Με φωνάζει μιαν ξυνούλα από το γκισέ, "Ωχ Παναγία μου, θα μου κρατήσουν τα ψώνια!", σκέφτομαι. Αλλά αυτή με ήθελε για να μου πει πως μόλις έγινα σίλβερ μέλος (εμ μανίτσα μου, έχω φάει τα πιλάφια με το κουτάλι εμένα που με βλέπεις!) και αναβαθμίστηκα σε μπίζνες θέση. "Ωωω, κυρία πρέσβυρα!", σκέφτηκα για του λόγου μου. "Μωρ' συ, θέλεις έξτρα λεφτά για αυτό;", την ρωτάω μετά. "Μα τι λέτε μάνταμ", μου λέει η ζουριχιανή, "ιτ ιζ φορ φρι". "Α, πες έτσι μαρή!", της λέω, και κοιτάω γύρω-γύρω μπας και στο πακέτο περιλαμβάνεται κι αχθοφόρος να μου κουβαλήσει τα πράγματα μέσα. Τζίφος!

Business class seat
Business class seat
Μπαίνω καμιά ώρα, κάθομαι σε θέση αεροπλανική. Καλέ όχι σαν αυτές που κάθεται η πλέμπα, ο λαουτζίκος, μιλάμε για άπλα! Τι να την κάνω τόση άπλα 1,50 μέτρο άνθρωπος είναι άλλη ιστορία. Και να τα δέρματα στα καθίσματα και να τα κουμπιά στα χερούλια και να τα άλλα κουμπιά σε ένα κομοδίνο που είχε στο πλάι και να το τραπεζάκι τραπεζαρία! Βρε ξέρεις τι είναι να μη δίνεις εκείνη τη σιωπηλή τη μάχη με τον διπλανό σε ολόκληρη την πτήση για το ποιος θα ακουμπήσει το χέρι του στο μπράτσο ενδιάμεσα στα καθίσματα; Βρε άι σιχτίρ τόσο καιρό, βαρέθηκα να παλεύω 12 ώρες πτήση! Τώρα έχω δυο μπράτσα όλα για πάρτη μου! Και κομοδίνο για τα φιστίκια (αυτό κάνει και για δίπλα από τον καναπέ στο σπίτι, το δοκίμασα αν βγαίνει, ήταν όμως μονταριμένο). Θρωνιάστικα η δικιά σου...

Μέχρι τα σούξου, τα μούξου, έτσι βγαίνουν οι μάσκες κι αλλιώς φοράτε τα σωσίβια, είπα να μελετήσω τα κουμπιά. Πολύ κουμπί αδελφούλα μου! Και ιν και άουτ και απ και ντάουν, και μασάζ φιρμ και μασάζ σοφτ! Ένα πράμα μιλάμε, άλλο πράμα! Να παρατήσω το σπίτι μου να πηγαίνω δόθε κείθε με τούτο το αεροπλάνο! Μόνο που δε διευκρίνισα με τη ζουριχιανή αν η αναβάθμιση είναι για φορ έβερ. Τέλος πάντων, αυτή η πολυθρόνα και ξαπλώνει κι απλώνει. Τώρα μάλιστα! Θυμάσαι που σου έλεγα πως είχα πρόβλημα να κοιμηθώ στις πτήσεις; Ε, σε αυτήν δεν είχα. Την έριξα την πολυθρόνα πίσω, τ' ανάσκελα η δικιά σου, κι έριξα έναν ύπνο να βάλω και στα μπαντζάκια μου!

Business class snack
Business class snack @ Swiss Air
Όχι καλέ, δεν κοιμόμουν σε όλη την πτήση! Ενδιάμεσα έτρωγα. Να τους προσβάλω τους ανθρώπους; Τόσες ετοιμασίες! Και καθώς φύγαμε κατά τις 12 το μεσημέρι από τη Ζυρίχη, και στην υψηλή την κοινωνία δεν είναι ώρα ούτε για μπρέκφαστ ούτε για λάντς, μας σέρβιραν ένα ελαφρύ σνακ. Καρπάτσιο χοιρινού σου λέει, με μια ελαφριά σαλάτα. Και με μεταλικό κέτλερι, να μην προσπαθείς να κόψεις με εκείνο το πλαστικο-μάχαιρο να σου μένει το μισό στο χέρι! "Μωρ' τσουράπω", λεω σε μια ξερακιανή, "τα ποτά είναι ινκλούντιντ στην τιμή;", μου έγνεψε καταφατικά και πήρα κι ένα κρασάκι. Αυτά είναι αδελφούλα μου μεγαλεία. Έτσι μάλιστα, ταξιδεύω στην Κίνα. Κι επιστρέφω αυθημερόν!

Μετά έκανα λίγο μασάζ σοφτ γιατί είχα κάτι σφάχτες χαμηλά στη μέση, πέρασε λίγο η ώρα, κι ήρθε η ξερακιανή να με ρωτήσει για το μεσημεριανό. "Τι θα πάρει το κυρία;", μου λέει, "Τι προσφέρει το κατάστημα;", της λέω. "Έχει σελέξιον ανάμεσα σε κρεατικό και βετζετέριαν πιάτο", μου λέει, "Πιάσε ένα κρεατικό να λιγδώσει το έντερο μας", της λέω, "γιατί στην Κίνα ένα μήνα θα την εβγάλουμε σπαρτιάτικη". Φεύγει η ξερακιανή, κάνω το κάθισμα απ, κοιτάω και το μενού που ήταν μπροστά μου να δω τι παρήγγειλα και βλέπω "special veal από super duper chef", θα φάμε καλά σκέφτομαι. Έρχεται πάλι μετά από λίγο η τσουράπω, "Μας τελείωσε το βιλ", μου λέει, "Τα λεφτά μας πίσω", της λέω. Τι να έκανα αδελφούλα, τσαμπουκά; Καμώθηκα κι έφαγα το βετζετέριαν. Καλό ήταν, παράπονο δεν έχω.

Tea time @ Swiss Air
Πάλι καλά που δεν τους αποτέλεψε και το γλυκό να έχουμε άλλα! Μου έφεραν πολύ πρώτο πράμα, σε ποτήρι, φρεσκότατο. Ούτε στου Zonar's τέτοια χλιδή! Και σελέξιον με τσάγια. Το απόλαυσα όλο αυτό, ενώ έβλεπα μια ταινία με σωρώπια στην οθόνη μπροστά μου...

Μετά έκανα την πολυθρόνα μπεντ και τον πήρα λίγο. Είχα ξυπνήσει κι άγρια χαράματα ντε για να είμαι στην ώρα μου στο αεροδρόμιο....

Αργότερα ήρθε κι άλλο αφέψημα με άλλα γλυκά, έκανα φιρμ μασάζ, κοιμήθηκα, έκανα ακόμα ένα σοφτ μασάζ, λαγοκοιμήθηκα, πέρασαν κάμποσες ώρες.
Business class breakfast
Breakfast @ Swiss Air

Εντωμεταξύ, εκεί ανατολικά που πηγαίναμε ήταν κιόλας πρωί της άλλης μέρας, ώρα για μπρέκφαστ δηλαδή. Μας έφεραν, που λες, και το φρεσκοστημένο χυμό πορτοκάλι μας και τα τυριά μας και τα φρούτα μας. "Βρε φάε", σκέφτηκα, "τώρα που τα βρήκες, γιατι στην Κίνα έχει να πέσει πάλι πολύ κοτοπόδαρο!".  Αααα, όλα κι όλα πολύ το ευχαριστήθηκα!

Χουζούρεψα μετά λιγουλάκι με το κάθισμα να είναι σε λάουντζ θέση και κάποια στιγμή φτάσαμε στο Πεκίνο. Τι το θέλαμε; Από την ηρεμία που απολάμβανα βρέθηκα στον κίτρινο χαμό! Έτρεξα ανάμεσα στο πλήθος, είχα και τις βρωμοσακούλες να σέρνω, ευτυχώς το γκέιτ για την επόμενη πτήση ήταν κοντά. Έπιασα καρέκλα σε γωνία να μην ακούω και να μη βλέπω. Όσο γίνεται βέβαια αυτό όταν κάποιος είναι στην Κίνα...

Ήρθε η ώρα του μπόαρντινγκ, πάω στην ουρά, "Παρακαλώ περάστε μπροστά", μου λένε, "έχετε πρώτη θέση". "Ααα, ιτ ιζ μάι λάκι ντέι!", σκέφτομαι. Τελικά διαπίστωσα πως μου είχαν κάνει κράτηση από την εταιρία σε πρώτη κλας γιατί δεν είχε άλλες θέσεις αβέιλαμπλ η πτήση... Τι με ένοιαζε;

Επιβιβάζομαι, πάμε πάλι δέρμα, κουμπάκια απ και ντάουν, κομοδίνα, και δε συμμαζεύεται! Αλλά αυτά πια δε μου έκαναν εντύπωση αγαπητή μου, τι είμαι καμιά λαΐκιά (τρομάρα μου!); Βολεύτηκα, ηρέμησε το κεφάλι μου, αυτό είναι πολύ σημαντικό να το καταφέρεις άμα βρίσκεσαι σε τούτη τη χώρα του χαημού... Αχ, μανούλα μου και πώς περνάει ένα μήνας (αυτό μην το πεις στη μαμά!);

A class lunch
Lunch @ Air China
Κι έρχεται η ώρα του μεσημεριανού. Κι ενώ είμαι στην πρώτη θέση (μην το ξεχνάς αυτό), εδώ δεν έχει σελέξιον και πράσινα άλογα, κινέζικη εταιρία γαρ κι ό,τι έφτιαξε ο Κινέζος σεφ (ο Θεός να τον κάνει) αυτό θα φας και καλύτερα να μην ξέρεις τι είναι! Και μου φέρνουν αδελφούλα μου αυτό που σου στέλνω στη φωτογραφία. Μπορείς βέβαια με ευκολία να καταλάβεις πως μοιάζει το φαγητό που βγάζουν στην τουριστική τη θέση... Α, κι αυτό στο μπολ πάνω δεξιά που το βλέπεις δεν είναι κεφάλι σκόρδο, μην μπερδευτείς, κάτι ψωμάκια (λέμε τώρα) ήτανε, ένα με γέμιση χόρτων, ένα με γέμιση ψαριού, κι ένα ακόμα που δεν κατάλαβα τι είχε μέσα. Μωρέ καλύτερα να ήτανε σκόρδο που είναι κι απολυμαντικό! Άι σιχτίρ είπα;

Αααχ, και στην πρώτη θέση ήμανε και κατ' ευθείαν να μου θυμίσουν πού πάω η ευρωπαία! Δε με άφηναν ακόμα ένα 2/ωρο να ζω με ψευδαισθήσεις; Τέλος πάντων, με αυτά και με εκείνα φτάσαμε. Μπορώ να φύγω τώρα; Βρε άι σιχτίρ εδώ που με στέλνουνε κάθε φορά! Άσε που μόλις έμαθα ότι τα άτομα στην εταιρία δε μιλάνε Αγγλικά! Μαύρη συνεννόηση δηλαδή... Να δω ποιος θα μου εξηγεί τι να μην τρώω!

Πες στους γονείς χαιρετίσματα, όλα καλά να τους πεις, δείξε τους και τις φωτογραφίες (εκτός από την τελευταία), κι όταν η μαμά πάει στην εκκλησία ξέρει αυτή πες της.

Σας φιλώ και σας αγαπώ όλους,
Κατερίνα.

Thursday, January 16, 2014

Εορταστικό πρόγραμμα με απ' όλα


Ούι, ούι, ούι, μια ολόκληρη γαλοπούλα κατάπια, τόσες μέρες πέρασαν κι ακόμα ολόκληρη τη βλέπεις στην κοιλιά μου. Έφαγα, έφαγα, έφαγα, θα έσκαγα στο τέλος η γυναίκα! Η ξαδέλφη μου με είδε και αναφώνησε "τσίτα-μπόμπα"! Μετά κοιτάξαμε προσεκτικά την κατάστση του αφαλού, οριακά ακόμα τον λες προς τα μέσα πως είναι.

Αλλά για στάσου, μπας και δε φταίει το φαγητό; Εδώ που τα λέμε, και μεταξύ μας να μη μείνει δε με πειράζει, δεν ήταν και τόσο μεγάλο το πτηνό! Άσε που για κότα μου το έδωσε η θεια-Γιαννούλα. Τι ψυχή έχει ένα κοτερό; Και μάλιστα ψητό! Αλλά από την άλλη το νούμερο στη ζυγαριά αυξάνει συνεχώς κι η μέση μου (που μόνο μέση δεν τη λες πια) όλο και φαρδαίνει! Φτάσαμε να χρειάζομαι για να τυλιχτώ ένα μέτρο, πάλι καλά που η μεζούρα έχει ως το ενάμισο και πάλι χαλαρή την έχω.

Τέλος πάντων, στις γιορτές κυρίως τρώγαμε. Από παιδί θυμάμαι το είχαμε στην οικογένεια μου αυτό το ... χόμπυ να το πω; Πρώτα άγχος για το τι θα φάμε και μετά άγχος για το πώς θα χωνέψουμε αυτό που φάγαμε. Όλες τις μέρες. Όλες τις γιορτές. Και δώστου να στίβουμε λεμόνια μετά. Και να περιφέρουμε το βαρυφορτωμένο μας στομάχι από καναπέ σε κρεβάτι και πουθενά να μη βολεύεται. Το σκασμένο το στομάχι! Και είναι ντροπής πράγματα στην οικογένειά μου να μην ασχοληθούμε με το φαγητό! Άγιες μέρες που είναι...

Για να μη μας νομίσετε μονόχνωτους, το έτερον μου ήμυσι κι η μούρη μου έχουμε κι άλλα ενδιαφέροντα. Ενίοτε. Οπότε το ψάξαμε λίγο κι είπαμε να πετάξουμε και κανένα ξεροκόματο στο πνεύμα μας. Ακαδημαϊκοί πολίτες γαρ. Ίσως πάλι να το κάναμε για να γλιτώσουμε κανένα γεύμα, αυτό μεταξύ μας να μείνει. Τελικά και στο Μέγαρο πήγαμε και στο Εθνικό πήγαμε και σε 1-2 άλλα θεατράκια πήγαμε και το μπαλέτο μας το είδαμε και στο McArthurGlen ξεδώσαμε. Αμ πώς;

Καλά, το Μέγαρο μεγάλη επιτυχία! Ψηλοτάβανο, με τους πολυελαίους του, τα φουαγιέ του, τα χαλιά τα πέρσικα, τα πατώματά του. Μετά βγήκαν βέβαια 2 κυρίες με τουαλέτες και 2 κύριοι με μεγάλες κοιλιές κι άρχισαν να φωνάζουν στα αγγλικά. Μόνο το "αλληλούια" κατάλαβα. Καλά μωρέ, δε βαριέσαι, να βγαίνει το μεροκάματο. Πήρα κι ένα σάντουιτς με καπνιστό σολωμό στο διάλλειμα και πέρασε η ώρα.

Και τέλος πάντων, τα υπόλοιπα δε μου έκαναν τόση εντύπωση όσο το μπαλέτο. Το παραμύθι των Χριστουγέννων και πράσινα άλογα! Εγώ κάτι κορμιά σαν σπαθιά έβλεπα και δε μπορούσα να ξεκολλήσω το βλέμα μου! Τι έκαναν οι άνθρωποι! Και μετά κοιτούσα την κοιλιά μου και έβαζα τα κλάμματα. "Συγκινήθηκες, ναι;" με ρώτησε το έτερον μου ήμυσι. Γύρισα, είδα και την δικιά του κοιλιά και ξέσπασα σε λιγμούς...

Ευτυχώς που η πεθερούλα μας επανέφερε σε τάξη! "Τι θέλετε αυτές τις χαζομάρες και πετάτε τα λεφτά σας;", μας είπε με όλη την σοφία που την διακρίνει. "Να με πάτε στο εκπτωτικό χωριό, να δείτε μεγαλεία", αποφάσισε. Ε, την πήγαμε κι εμείς κι ήρθαμε στα συγκαλά μας. Αυτό είναι το παραμύθι των Χριστουγέννων! Οι μουσικές και τα θεάματα είναι τελικά μικρά πράγματα. Άμα δε δεις την εξηντάρα με το μάτι τσίτα (το ένα γιατί στο άλλο δεν έπιασε η ένεση), άμα δεν ακούσεις 20 πιτσιρίκια να ουρλιάζουνε ταυτόχρονα (για φρόζεν γιούγκαρτ ήτανε;, ψέματα θα σας πω), άμα δε φας μπριός (με πατέ, πατέ, πατέ), πού πας βρε κακομοίρη; Α, τα της κουλτούρας να τα λέμε! Ακαδημαϊκοί πολίτες γαρ.

Με αυτά και με τα άλλα παράπονο δεν έχω κανένα, γεμάτες ήταν οι γιορτές. Γεμάτες κι οι κοιλιές. Και οι πιστωτικές! Καλά, για το πνεύμα δεν το συζητώ! Στο τέλος, το άτομο στην κοιλιά μου άρχισε να με κλωτσά. Το κοτόπουλο της θειας-Γιαννούλας θα φταίει, σκέφτηκα στην αρχή, αλλά μετά κατάλαβα πως άλλο ήθελε να μου πει. Αααα, δε θα μας κάνει κουμάντο ένας σπόρος!