Monday, September 29, 2014

Τα κόκκινα χείλη

Επέστρεψα στην πόλη μου και τηλεφώνησα τις προάλλες σε μια φίλη από τα παλιά. Δεν ξέρω γιατί, μη με ρωτάτε. Θα είχα να την δω και 6 χρόνια, μπορεί και 10 να είχαμε να τα πούμε από κοντά, έφυγε, έφυγα, χαθήκαμε. Τέλος πάντων, της τηλεφωνώ, χαίρεται που με ακούει, κανονίζουμε συνάντηση για καφεδάκι.

Έρχεται η ώρα, φοράω εκεί κάτι απλό, πιάνω και τα μαλλιά μου έναν πρόχειρο κότσο (τώρα με τον μικρό έχει χαθεί η ανυσηχία του πώς φαίνομαι, έχω μόνιμα αυτή του δεν προλαβαίνω!), βάζω ένα σανδάλι (καλοκαίρι είναι), παίρνω και το παιδί τσαντάκι, τέλος πάντων πάω. Μετά από λίγο ήρθε, βλέπω το πόδι να βγαίνει από το αυτοκίνητο με τη γόβα του, ακολουθεί το υπόλοιπο με το μίνι του, να' σου κι ο κορμός με το κολιέ του.

"Όχι ρε γαμώτο", σκέφτομαι, "είχα ξεχάσει πόσο σένια ντύνεται αυτή η κοπέλα!" και με το ένα χέρι συμμαζεύω στα γρήγορα την προχειρότητα του κότσου. Στο άλλο κρατάω τον μικρό. Κοιτάω τα πόδια μου, έχω ξεχάσει αν τα νύχια μου παραμένουν βαμμένα, ευτυχώς είχαμε πάει σε έναν γάμο δεν πάνε 20 μέρες.

Κι εκεί που βάζω το παιδί για φοντανιέρα μπας και τραβήξει όλη την προσοχή, εμφανίζεται τσουπ και το πρόσωπο της γόβας. Ε, μα όλα τα υπόλοιπα ωχριούν μπροστά του! Δεν είναι η ομορφιά του, εντάξει δε λέω καλή είναι η κοπέλα, αλλά εκείνο το κόκκινο κραγιόν του. Ένα έντονα κόκκινο κραγιόν βαλμένο μάλλον στα χείλη, μα μου φαινόταν απλωμένο τουλάχιστον από το πιγούνι ως τη μύτη!


Εναέρια ματς μουτς, "Πώς είσαι my dear" της λέω, "Καλά ma cherie" μου απαντάει, "Από εδώ το άτομο", της λέω, "Όνομα και πράγμα", μου απαντάει. Και χαμογελάει. Νομίζω δεν υπήρχε δόντι που να μην είναι βαμμένο κόκκινο με εκείνο το ίδιο έντονο κραγιόν! Δεν ξέρω βέβαια να σας πω με σιγουριά για τους φρονημήτες... "Μπα σε καλό της", σκέφτομαι και πιάνω το παιδί να έχει πάθει ακαμψία. "Τι έχεις παιδί μου;", τον ρωτάω, μου ρίχνει ένα βλέμμα (7 μηνών άνθρωπος) όλο υπονοούμενα "Κλόουν είναι βρε μάνα η κιουρία;", μπερδεύτηκε γιατί έλειπε η μύτη.

Τέλος πάντων, πάμε σε μια μπρασερί. "Μεσιέ πιάσε 2 καπουτσίνο όνε ζάνε και 2 ζάχερ τόρτε να πάνε κάτω τα φαρμάκια", του λέω. Το παιδί είχε μείνει ακόμα να κοιτά μαγνητισμένο, σου λέει μην βγούνε τα τρικ και τα χάσω! "Με συμπάθησε αμέσως, ε;", με ρωτάει η κοπέλα και παρατηρώ πως λίγο από το κραγιόν βρίσκεται στο μικρό δαχτυλάκι του δεξιού της χεριού, "Έτσι είναι αυτός με τις κιουρίες", της απαντάω. Τι να της έλεγα δηλαδή; Πως το παιδί δεν είδε τόσο κόκκινο μαζεμένο ούτε το περασμένο Πάσχα;

Ξεκινάμε την κουβέντα για τα παλιά, για τα καινούρια, για τη δουλειά, για τη ζωή, για τον κάβουρα και το ζουμί του.

Μα σε λιγάκι το κραγιόν άρχισε να απλώνεται παντού, στο φλιτζάνι του καφέ, στο αφρόγαλο, στην πετσέτα, στο κουταλάκι, στο πιάτο, στην τόρτε... Κι ακόμα κατακόκκινα τα χείλη! Δεν έβλεπα πια τίποτα άλλο, μετά βίας μπορούσα να ανταπεξέλθω στη συζήτηση, συνεχώς αναρωτιόμουν πότε θα σταματήσει αυτό το κραγιόν να ξεβάφει και να βάφει. Αν ήταν κραγιόν τελικά...

Χαιρετηθήκαμε κι έμεινα να γελάω μοναχή μου, το άτομο με κοίταξε με απορία "Τι έγινε βρε μάνα, πότε έχασα το τρικ;".

Tuesday, September 9, 2014

Όσα δε φέρνει ο πελαργός

Έρχεται κάποια στιγμή που αναζητάς το τηλέφωνο του πελαργού, μπορεί να φταίει που πλησιάζεις τα 35 (ή μήπως τα έχεις περάσει 3-4 χρόνια τώρα;), ή που έχεις βαρεθεί να ακούς εδώ και μια δεκαετία (πίσω από την πλάτη σου) να σε αποκαλούν "καημένη", ή που όλοι οι φίλοι σού δίνουν ραντεβού σε παιδότοπους μα δε σε συνοδεύουν ποτέ σε εκείνη την καινούρια μπυραρία, ή ακόμα που η κυρά-Απαυτούλα έκανε το τρίτο της παιδί, εσύ άκληρη θα μείνεις;

Και το καλείς το πτηνό, πολύ εξυπηρετικό δε μπορώ να πω, και πριν προλάβεις να το συνειδητοποιήσεις χτυπά το κουδούνι, ανοίγεις την πόρτα, και το πλασματάκι το βρίσκεις στο πρώτο το σκαλί μέσα στο πανί να σε κοιτά σχεδόν παρακλητικά. "Πόσο πολύ μπορεί να μου αναστατώσει τη ζωή 50 πόντους πλασματάκι;", σκέφτεσαι και το παίρνεις μέσα. Βρε ταχύτητα ο άτιμος ο πελαργός!


Πριν να το ακουμπήσεις, χτυπά και πάλι το κουδούνι.
- Παρακαλώ!
- Από τη φορτωτική είμαστε...
- Δεν παρήγγειλα κάτι!
- Ανοίξτε παρακαλώ κυρία μου κι έχουμε κι άλλες παραδόσεις!
Ανοίγεις από περιέργεια κυρίως ορμώμενη.
- Τι κουβαλάτε παρακαλώ;
- Όσα δε φέρνει ο πελαργός!
- Δεν τα θέλω!
- Θα τα πάρεις!
- Άλλα λόγια πέστε βρε παιδιά, με το ζόρι τα προικιά;
Σε κοιτάνε λοξά και μπουκάρουν οι κύριοι με κούνιες, λίκνα, κουρδιστό κρεμαστό, θερμαντήρες, αποστηρωτήρες, μπανάκια, ρουχαλάκια, ριλαξάκια, αρκουδάκια, τζέτζελα, μέτζελα, και στο τέλος δεν έχεις χώρο ούτε να σταθείς.
- Υπογράψτε εδώ ότι τα παραλάβετε, επιστροφές δε γίνονται δεκτές άπαξ, αλέν ντελόν. 
Και κλείνουν πίσω τους την πόρτα.

Πλασματάκι μια σταλιά και ζήτημα είναι αν έχεις πια ένα μέτρο ελεύθερο! Τι να το κάνεις βέβαια; Γιατί ακόμα μπορεί να μην το ξέρεις, αλλά η φορτωτική εκτός από το χώρο σου έκλεψε και τον χρόνο! Θέλεις να πάρεις τον πελαργό να παραπονεθείς, αλλά τώρα ο αριθμός είναι εκτός λειτουργίας. Περίεργα πράγματα, τις προάλλες με την πρώτη έβγαλες γραμμή! 

Το πλασματάκι αρχίζει να κλαίει, κάνεις οχτάρια ανάμεσα στο χαμό για να το βρεις. Ταίζεις, αλλάζεις, κοιμίζεις, ταίζεις, κοιμίζεις, κοιμάσαι, αλλάζεις, ταίζεις, κοιτάς το ρολόι σου κι έχει κιόλας αλλάξει η εποχή. Άντε από εκεί καλέ, και δεν έχεις προλάβει να κάνεις ένα ντουζ της προκοπής! Κι ακόμη να βγάλεις γραμμή, βρε τον άτιμο τον πελαργό!

Και μια μέρα, ενώ πηδάς πάνω από ένα ξυλόφωνο και κατά λάθος πατάς έναν γαιδαράκο με μεγάλα αυτιά, βλέπεις σαν κάτι να έχει παραπέσει στο πλάι του καναπέ. Το σηκώνεις, ένα κουτί, αριθμός φορτωτικής τάδε, θα τους παράπεσε και τρεις μήνες να μην το έχεις δει! Το ανοίγεις και μετά από τόσο καιρό σταματάει ο χρόνος, παγώνει η στιγμή για μια στιγμή. Περιέχει γέλια και χαρές, φωνούλες και γαργαλητά, χεράκια που κρατάνε, ποδαράκια που κλοτσάνε, αγκαλιές, ματάκια φωτεινά. Κι ο χώρος ανοίγει ξανά κι ο χρόνος διαστέλλεται. Και σάμπως για πρώτη φορά δε θέλεις πίσω την παλιά σου ζωή. Γιατί δε μπορείς να καταλάβεις πια πώς μπορεί να έχει νόημα μια μέρα σου χωρίς χαμόγελα φαφούτικα πλατιά...