Tuesday, February 16, 2016

Ένα παιδί μετράει τα άστρα

Κι έλεγε η πεθερά, όταν έβλεπε ότι αλλού βαρούν τα όργανα, "Αν σκέφτεστε το οικονομικό, πάρτε το εσείς απόφαση κι όλα τα έξοδα, γιατρός και μαιευτήριο, είναι δικά μου!". Σε εκείνες τις αγωνιώδεις της στιγμές (πως δε θα γίνει γιαγιά) αναπολούσε "Αααχ, εγώ όταν γένναγα τους γιους μου μονόκλινο πλήρωνε ο πεθερός σου!", για να συμπληρώσει μετά έντρομη με το ανεκδιήγητο "Εσύ σε τρίκλινο να γεννήσεις, ένιωθα πολύ μόνη!".

Ε, γέννησε η κοπέλα κι έφτασε η δικιά σου με ένα μάτσο γλαβιόλες, τελεία. Δηλαδή τι; Να δώσουνενε μια στο γιατρό, μισή στον αναισθησιολόγο, μια στις μαίες, δυο στο μαιευτήριο, να τους μείνουν και τρεισίμιση να βάλουνε στο βάζο, κομπλέ. Ανοιχτοχέρα!

Τέλος πάντων, όλα καλά πήγαν, γεννήθηκε ο υιός με το προαποφασιμένο όνομα, πάει ο πατέρας να τον δηλώσει στο ληξιαρχείο, "Μπουχλουμπής Μπουχλουμπόπουλος", τους λέει. "Α, χρειάζεται να είναι παρούσα και η μάνα για το 'Μπουχλουμπής'", του λένε. "Γιατί μόνο για αυτό;", απορεί ο πατέρας. Τον κοίταξαν πολύ λοξά και κατάλαβε. "Είναι τ'ανάσκελα με 50 πόντους τομή", τους απαντάει. "Να την χαίρεται!", του λένε και γράφουν στα χαρτιά του παιδιού 'Μπουχλουμπόπουλος Αβάφτιστο Άρρεν', τη σύχγρονη κοινωνία μου μέσα! (Η απείρου κάλους ιστορία που μετά ήθελαν να φύγουν οικογενειακά για Γερμανία και χρειαζόταν διαβατήριο το 'Αβάφτιστο' δεν είναι του παρόντος)

Τις 4 μέρες που έμειναν στο μαιευτήριο κρέμασαν ταμπέλα "ανοίξαμε και σας περιμένουμε", πέρασαν να τους δουν όλοι, γνωστοί κι άγνωστοι. Βασικά, όποιος έβλεπε φως έμπαινε, βρήκαν αφορμή να δουν ο ένας τον άλλο, καιρό είχαν να πουν τα νέα τους. Συνωστίζονταν καμιά δεκαριά μέσα στο δωμάτιο (ήταν που δεν χωρούσαν παραπάνω) και έκαναν πηγαδάκια. Αν ήθελε η μάνα να ταίσει το μωρό, αν έκλαιγε αυτό, αν νύσταζε η άλλη, αδιάφορο, μην είναι τούτοι οι γονείς εκτός από χαμένοι κι αγενείς! (Στο σημείο αυτό, επιτρέψτε στη μαθηματική μου φύση, να κάνω την παρατήρηση πως το τακτ στους ανθρώπους είναι αντίστροφα ανάλογο με την ηλικία τους. Κλείνει η παρένθεση.)


Εντωμεταξύ, εκείνο το μωρό πραγματικά διαφωνούσε με την απόφαση του γιατρού να το βγάλει στο δέκατο μήνα (κι όχι στα 18 του χρόνια!). Έδειχνε έντονα τη δυσφορία του κλαίγοντας συνέχεια και μένοντας άγρυπνο τις περισσότερες ώρες μέρας και νύχτας. Η μάνα, μεταξύ παυσίπονων κι ακινησίας, τα είχε τελείως χαμένα. Ο πατέρας φάνηκε κάπως πιο ψύχραιμος σε εκείνη τη φάση. Θα ήταν το σκατς ον δε ρόκς που μιλούσε, δεν εξηγείται αλλιώς!


Ένα ωραίο πρωί μάζεψαν το μωρό και τα μπογαλάκια τους κι επέστρεψαν στο σπίτι. Κλείνοντας την πόρτα ένιωσαν για μια στιγμή ότι όλα ήταν όπως πρώτα. Για μια στιγμή. Αμέσως μετά κατάλαβαν ότι αυτό ήταν μια μεγάλη μπαρούφα. Το Αβάφτιστο άρχισε να κλαίει και σταμάτησε ξανά περίπου όταν έκλεισε τους 6 μήνες. Εμ, τότε έπρεπε να το γεννήσεις κυρά μου, τίποτα δεν ξέρουν αυτοί οι γιατροί!

Επιπλέον, άρχισαν όλοι να έχουν γνώμη. Πράγμα που δεν είναι κακό δηλαδή, αν την κρατούν για τον εαυτό τους. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, αποφάσισαν να την εκφράζουν στο ζευγάρι σε τακτά χρονικά διαστήματα, όπως για παράδειγμα καμιά δεκαριά φορές την ημέρα. Ο καθένας!

"Κρυώνει το μωρό, ντύστο πιο ζεστά για να νιώθει όπως στην κοιλιά της μάνας του και να μην κλαίει" (άτιμε γιατρέ, εσύ και οι ιδέες σου να ξεγεννάς τις γυναίκες!)
"Ζεσταίνεται το παιδάκι, δεν το βλέπεις, πώς να ηρεμήσει;"(κάτι ξέρουν οι Σκανδιναβοί που τα έχουν και κοιμούνται έξω στο χιόνι)
"Μην τρως αγγούρι, πειράζει το μωρό" (οκ, άλλωστε μπορεί να έχει άλλη χρησιμότητα)
"Πιες βαρβιτουρικά, τον ηρεμούν" (αν ήταν νόμιμα...)
"Πεινάει το παιδί, φτιάξτου μια μοσχαρίσια να πάρει τα πάνω του!" (ε, ναι, όλο γάλα, γάλα, γάλα, το βαρέθηκε)
"Τον παραταΐζεις και πονάει η κοιλίτσα του, άμα έχει ενόχληση κοιμάται ο άνθρωπος;" (ναι, αφού πιεί σόδα)

"Κρυώνει κορίτσι μου το μωρό σου, τι δεν καταλαβαίνεις;" (γιατί πρέπει να επιμένεις!) 
"Έχετε λέμε πολύ ζέστη στο σπίτι σας, πάει και τέλος!" (σύμφωνα με ποιο ISO;) 

 Τι να κάνει η έρμη η μάνα; Να κοιμηθεί μια ώρα ήθελε, μόνο αυτό! (Τι; Να λουστεί και να φάει στο τραπέζι καθιστή; Χα, αυτά νεξτ γίαρ!) Το έντυνε το μωρό, το έγδυνε ξανά, έκοψε τις σαλάτες, άρχισε τα ελαφριά, έτρωγε ένα βόδι τη φορά, μετά έπινε σόδες, έριχνε έξτρα κουβέρτα στο παιδί, κι άνοιγε τα πορτοπαράθυρα να μπει ο κρύος αέρας. Τις διαφημίσεις της μέσα δηλαδή, που δείχνουν ζουμπουρλούδικα ξανθά μωρά να κοιμούνται γαλήνια. Τις πήρε και τις πάνες η έρμη, και τα βούτυρα, και τα γιαούρτια, τίποτα δε δούλεψε! 

Κι εκείνο τέλος πάντων, ήταν ένα παιδί μετράει τα άστρα, και τα σύννεφα, και τα πετούμενα του ουρανού, και γενικά σε εγρήγορση μη χάσει καμιά εξέλιξη. Κι εκείνης ήρθαν και κατέβηκαν οι μαύροι κύκλοι ως το σαγόνι της, το μαλλί έγινε ράστα δεμένο στην κορυφή του κεφαλιού της, και για να βγουν εκείνες οι γκρι φόρμες από πάνω της χρειαζόταν σπάτουλα. 

Ποιο μητρικό ένστικτο, ποια αγαλλίαση, ποια χαμόγελα αιώνιας ευτυχίας; Από την αϋπνία κόντευε να μην ακούει το μωρό της να κλαίει, πώς να ακούσει το μητρικό της ένστικτο και πράσινα άλογα; Ίσως πάλι η κοπέλα να ήταν ανίκανη να γίνει μάνα. Ναι, αλλά ας της έδιναν ένα τεστ να κάνει πριν. Έχασε κι εκείνο το τουρνουά τένις. Δηλαδή τι να το κάνει που κάπως τη συμπάθησε η πεθερά και της έδωσε γλαδιόλες; 

Ήρθε η μέρα όμως, που σαν κάτι να άλλαξε... Βρε μπας κι έπινε κι αυτή κρυφά σκατς ον δε ρόκς;

συνεχίζεται...

Thursday, February 11, 2016

Σήκω πάνω, κάτσε κάτω


Η κοπέλα (θα σταματήσω να την λέω νέα, στην ηλικία της είναι τραβηγμένο από τα μαλλιά), όχι δηλαδή ότι ήταν τίποτις επαγγελματίας, αλλά μετά από εκείνα τα 25 κιλά που έχασε στα νάτια της όλο και κάτι έκανε για να ξεκουνιέται και να διατηρεί την εξαίσια κορμοστασιά της. Μα σκι το χειμώνα, μα κολύμπι το καλοκαίρι. Εκείνη την περίοδο είχε πάθει εμμονή με το τένις: προπονήσεις, παιχνίδια, προετοιμασία για ένα ερασιτεχνικό τουρνουά. Τουτέστιν δηλαδή, ανάμεσα στη δουλειά, τον καλό της και τις βόλτες, πέρναγε κάμποσες ώρες καθημερινά κάτω από τον ήλιο να κυνηγάει εκείνο το σκασμένο το κίτρινο μπαλάκι.

Ένα ηλιόλουστο πρωινό (Παρασκευή ήταν) του Ιούνη, που συνέπεσε με τα γενέθλια του καλού της, μόλις μια μέρα πριν από την έναρξη του τουρνουά, ξεπρόβαλε εκείνη η ροζ γραμμή (αποτελέσμα του ποτού και του φεγγαριού). Τι τάιμινγκ ήταν αυτό χρυσή μου;

Το τι ακολούθησε μετά δεν περιγράφεται! Θα κάνω μια προσπάθεια... Ο καλός της δε μπόρεσε να φάει πρωινό! Και του συνέβει πρώτη και τελευταία φορά! Ως τώρα τουλάχιστον... Η κοπέλα γλίτωσε το δώρο για τα γενέθλια του. Αντί αυτού πήρε ένα ολοκαίνουριο ζευγάρι παπούτσια για τον εαυτό της. Τι; Υπάρχει καλύτερο δώρο από τέτοια νέα; Και, χελόου ήταν Παρασκευή, η καλύτερη μέρα της εβδομάδας! Εκτός από σημαδιακό, βόλευε για ένα ντίνερ πρώτης τάξης. Πήρε τηλέφωνο κι έκλεισε αμέσως. Επίσης, δεν πήγαν στη δουλειά. Σιγά να μην περίμενε από δαύτους καλοκαιριάτικα και παρασκευιάτικα να προαχθεί η επιστήμη. Ο καλός της λίγο μετά όμως πρόβαλε σοβαρές αντιρρήσεις (το 'απαγόρευσε' θα ακουγόταν βαρύ) για τη συμμετοχή της στο τουρνουά. Και της πεθεράς τής έπεσε το ακουστικό από τα χέρια μόλις έμαθε το νέο! Αφού το μάζεψε την αποκάλεσε 'καλό μου κορίτσι'. Κορίτσι!

Με αυτά τα δυο τελευταία γεγονότα συνειδητοποίησε η κοπέλα ευθύς την καινούρια έρα που πλησιάζε, η ζωή της θα ερχόταν σύντομα τούμπα... Ή είχε κιόλας έρθει;

Τους μήνες που ακολούθησαν, ο καλός της τής ετοίμαζε πρωινό με φρεσκοστυμένο χυμό, η πεθερά τής έβαζε πουπουλένιο μαξιλάρι στην καρέκλα κι ανακοίνωσε το όνομα του παιδιού (που σίγουρα θα ήταν αγόρι κατά την εκτίμηση της, ο γιος ο δικός της δε μπορεί να αστόχησε!). Εδώ (έτσι τυχαία) να σημειώσω ότι πεθερός και πεθερά τυχαίνει να έχουν το ίδιο ονοματάκι, ο κ. Μπουχλουμπής κι η κα. Μπουχλουμπού. Κι εννοείται πως η κοπέλα ήταν συνέχεια υπό στενή επιτήρηση. Να μην κάτσει χαμηλά, να μην ανέβει ψηλά, να μην κάνει δυο βήματα (ένα ήταν υπερ-αρκετό!), να μην κολυμπήσει, να φάει ντομάτες που έχουν λυκοπένιο (κι ας τις συχαίνεται), να μη φάει χταπόδι μπας και κολλήσουν οι βεντούζες στο μωρό κι έχουμε άλλα (που θα μας ακούσει κανείς γνωστικός και θα μας μπαγλαρώσει), και τα λοιπά και τα λοιπά. Ήμαρτον!

Την κατάσταση έσωσε κάπως το ότι από Σεπτέμβρη επέστρεψαν όλοι στις υποχρεώσεις τους και η κοπέλα έμενε κάμποσο μόνη. Και τότε καθόταν στο πάτωμα κι έκανε γιόγκα για να βγάλει το άχτι της. Μετά περπατούσε κανένα πεντάρι χιλιόμετρα για να αναζωογονηθεί. Ε, και στο τέλος έτρωγε ό,τι τραβούσε η ψυχή της. Αι σιχτίρ πια!

'Οπως αποδείχθηκε οι (κρυφές) της δραστηριότητες ουδόλως επηρέσαν αρνητικά την έκβαση της εγκυμοσύνης. Και κάπως έτσι πέρασε το φθινόπωρο, πέρασε κι ο χειμώνας, και δηλαδή θα είχε περάσει και η άνοιξη και το μωρό θα έβγαινε κατευθείαν για να πάει φαντάρος. Κάποια στιγμή όμως, ήρθε στο γιατρό μια αναλαμπή, "Σε ποιο μήνα είσαι;", ρωτάει την κοπέλα. "Στο δέκατο", του απαντάει αυτή.

Είχαν λίγο ξεχαστεί, όπως φάνηκε αργότερα αυτό δεν ήταν κακό, δεν είναι να ανυπομονεί κανείς σε τέτοιες περιπτώσεις.

συνεχίζεται...

Wednesday, February 10, 2016

Πώς άρχισαν όλα*

Ήταν νέα, ωραία δε θα την έλεγες, ούτε μοιραία. Σπούδαζε, είχε μια μεγάλη παρέα, περνούσε με λίγα λόγια ωραία.

Μια νύχτα καλοκαιρινή με ολοστρόγγυλο φεγγάρι ερωτεύτηκε σφόδρα! Γίνανε αμέσως ένα οι δυο τους. Στις σπουδές μαζί, στις διακοπές μαζί, στις βόλτες μαζί, στο σπίτι μαζί, στα ταξίδια μαζί. Και πέρασε ένας χρόνος, δυο χρόνια, τρία, πέντε, μια δεκαετία. Πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός όταν τον απολαμβάνεις; Ώσπου δε μπορούσαν να φανταστούν τη ζωή τους ο ένας δίχως τον άλλο. Η νέα (που δεν ήταν τόσο νέα πια, αλλά σάμπως είχε γίνει πιο ωραία) κι ο νέος μεγάλωσαν μαζί, έζησαν πολλά και πολύ έντονα, κι αποφάσισαν να ενώσουν τις (έτσι κι αλλιώς ενωμένες) ζωές τους με παπά και με κουμπάρα.

Χαρά που έκαναν οι γονείς τους! Την εξέφρασαν με τη μοναδική φράση "άντε, να χορέψουμε κι εμείς στο γάμο των παιδιών μας όσο ακόμα μας κρατάνε τα πόδια μας!"... Το ζευγάρι πέρασε πολύ ωραία εκείνη τη βραδιά, του έδωσε και το κατάλαβε με πολύ χορό και πολύ ποτό! Λιπόθυμο τον μάζεψε η νύφη τις πρώτες πρωινές ώρες τον γαμβρό.

Βέβαια, από την αμέσως επόμενη ημέρα ακουγόταν αδιάφορα (και καλά) η φράση "άραγε θα ζήσω εγώ να δω ποτέ εγγόνι;". Η νέα κι ο νέος (σχήμα λόγου πια) συνέχιζαν βέβαια στο ίδιο μοτίβο τη ζωή τους: ταξίδια, δουλειά, διακοπές, παρέες.

Και τότε έκανε κόντρα επίθεση η πεθερά! Έλεγε καθημερινά (και δεν είναι υπερβολή) φράσεις όπως "αν δεν ήθελες ακόμα παιδιά, ας παντρευόσουν κάποια μιρότερη!" ή "τι περιμένεις, λες και δεν ξέρεις πόσο χρονών είναι;", και φυσικά το αμίμητο "αυτής σε λίγο θα ατονίσει η μήτρα της!". Θεά η πεθερά! :) :)

Η νέα (που πραγματικά κόντευε πια να σιτέψει) γελούσε μέχρι δακρύων κι ο νέος ... πόση υπομονή έκανε αυτός ο νέος! Σάμπως θα έφταιγε η ωριμότητα που φανέρωναν οι γκρίζοι τους κρόταφοι...

Κάποια φορά, μετά από καμιά πενταετία, ένα ζεστό βράδυ με ολόγιομο φεγγάρι το ζευγάρι πήρε τη μεγάλη απόφαση (να σας το πω βέβαια ότι μιλούσε το αλκοόλ) και την έκανε την κουτσουκέλα. Α ρε, τι μας κάνουν εκείνα τα φεγγάρια!

συνεχίζεται...

* οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις δεν είναι συμπτωματική

Monday, February 8, 2016

Έι, λώπα, λώπα!

Χάθηκα... Κάνω παιδιά, δεν είναι αστείο! Φουσκώνω, γεννάω, ξεφουσκώνω, φουσκώνω ξανά, γεννάω, ξεφουσκώνω. Άργησα να μπω στην παραγωγή, αλλά αφού το άρχισα έπεσα με τα μούτρα! Με ό,τι καταπιάνομαι, έτσι είμαι εγώ...

Κι όλο λέω να βρω χρόνο να γράψω τις σκέψεις μου, αυτά που βλέπω, αυτά που ακούω, αυτά που με κάνουν να χαμογελάω, κι όλο ξαπλώνω και κοιμάμαι. Όταν βρίσκω χρόνο εννοείται... Ενδιάμεσα παίζω, μπουσουλάω, περπατάω, τρέχω, ταΐζω, και μαθαίνω. Κυρίως μαθαίνω! Να αγαπάω από την αρχή, να αγκαλιάζω, να παρηγορώ, να κάνω υπομονή, να βάζω στη σειρά τα καθημερινά και από τα υπόλοιπα να αξιολογώ ποια είναι τα σημαντικά.

Πηγαίνω και στη δουλειά βέβαια, αλλά αυτό δεν έχει πια τόσο ενδιαφέρον. Τα lego, αυτά είναι που έχουν τώρα ενδιαφέρον! Τα lego και πώς να φτιάξουμε τον πιο ψηλό πύργο. Έξτρα δυσκολία: πάνω-πάνω να στερεώσουμε όλα τα ζώα της φάρμας! Σημασία έχουν και τα play-mobile, και τα τρένα, κι οι σιδηρόδρομοι. Και ο Καραγκιόζης φυσικά! Έχουμε πάρει όλες τις φιγούρες, έχουμε διώξει τον καναπέ, έχουμε στήσει τον μπερτέ, και κάνουμε εντατικά σεμινάρια εκμάθησης κινήσεων και φωνών. "Έι, λώπα, λώπα!", διδάσκει ο (23 μηνών) γιος. Στο τέλος της ημέρας μας εξετάζει, όποιος κάνει λάθος μπαίνει τιμωρία: κατασκευές φρούτων με πλαστελίνη. Η μικρή νιαουρίζει για να μας υπενθυμίσει την παρουσία της κι ο αδελφός τής χώνει τον Κολλητήρη στη μούρη. Αδιάφορο του είναι που είναι μόλις 22 ημερών, ας παίξει!

Σημασία έχει να πάμε και βόλτα στην πλατεία. Αν τα καταφέρουμε και είμαστε όλοι μαζί ακόμα καλύτερα! Και να βάλουμε κέρμα στο γαϊδούρι που είναι δίπλα από το περίπτερο και τραγουδάει "Βγαίνει η βαρκούλα". Αλήθεια πώς σχετίζεται το γαϊδούρι με τη βαρκούλα; Θα μας απαντήσει ο γιος μια μέρα φαντάζομαι... Και να περάσουμε όλη η οικογένεια ξένοιστες Κυριακές με ωραίες μυρωδιές, όλη μέρα κατάχαμα στο χαλί.

Αναρωτιέμαι μόνο κάποιες φορές. Πώς άλλαξα έτσι; Εγώ που μιλούσα συνέχεια για θάλασσες, ταξίδια κι ωραία φαγητά, τώρα να μιλάω συνέχεια για παιδιά; 'Η μήπως με παιδιά; Μπα, ένα μικρό διάλειμμα κάνω, πού θα μου πάει; Θα μιλήσω ξανά για θάλασσες, ταξίδια κι ωραία φαγητά, μόνο που αυτή τη φορά θα έχω να τα μοιράζομαι με περισσότερους, μεγάλωσε η ομάδα μας! Έι, λώπα, λώπα!