Saturday, July 31, 2010

Ανδρέα ζεις, εσύ τους οδηγείς!


Σαν άλλος Μέγας Αλέξανδρος. Κι ευτυχώς που το διαπίστωσα έγκαιρα, γιατί αν έπεφτα πάνω στη γοργόνα σου τη Μιμή θα με καταπόντιζε εν μια νυκτί. Και πού να το φανταστώ δηλαδής; Αλλά είδα το πνεύμα σου ολοζώντανο, τα κτίσματα η-χαρά-της-πολυκατοικίας, τα ξενοδοχεία όπου-θέλω-χτίζω, τους λουόμενους έχω-άδεια-για-τα-μπάνια-του-λαού και το κατάλαβα.

Σκηνή 1
Ενοικιαζόμενα διαμερίσματα επιπλωμένα κομπλέ: κρεβάτι σουηδικό, στρώμα με-τρυπάει-ο-σουμιές-και-ξυπνάω-με-λουμπάκο, ντουλάπια μουσταρδί, τοίχος μπεζουλί-η-πολυκαιρία-έχει-κάνει-τη-δουλειά-της, κουρτίνα ασορτί, νιπτήρας αχιβάδα, καζανάκι πέφτει-αλυσιδάκι-από-ψηλά, τρία-κομάτια-στο-χιλάρικο στη βεράντα. Ρίχνω κλεφτές ματιές στην δίπλα ‘καμπάνα’, να δω μπας κι ο Κωνσταντάρας κάνει διατάσεις.

Σκηνή 2
Ιδιοκτήτρια καμπάνων επιπλωμένων κομπλέ: μαύρο πανελόνι νάυλον-έχω-βγάλει-καντύλες, μπλούζα μαύρη ασορτί, μαλλί όσα-παίρνει-ο-άνεμος, παπούτσι με-ζεσταίνει-στους-μείον-είκοσι-κι-ας-έχει-συν-σαράντα, ύφος κακόμοιρο, δόντια δυο-στη-χάση-και-τρία-στη-φέξη. Μας δείχνει την καμπάνα μας την επιπλωμένη κομπλέ, μας κάνει καλύτερη τιμή επειδή είμαστε εμείς (πρώτη φορά τη βλέπαμε) και δε μας κόβει απόδειξη γιατί η κοινωνία είναι άτιμη που άλλους τους ανεβάζει μα άλλους...

Σκηνή 3
Παραλία φουλ κομπλέ: λουόμενοι με μαγιό σλιπ-βάζω-μέσα-και-το-βυζί και σαγιονάρα καθαρίζω-με-τα-δάχτυλα-το-δρόμο έχουν καταφτάσει με τα παιδιά, την πεθερά, τον κροκόδειλο τον φουσκωτό, τα στρώματα τα φουσκωτά και τα μπωλ με τους κεφτέδες. Στήνουν την τέντα παραλίας, τις καρέκλες παραλίας, τις ξαπλώστρες παραλίας κι απλώνουν τα κορμιά τους παντού. Βάζουν μουσική στο τρανζίστορ, διαβάζουν «Λοιπόν», συζητάνε 'διακριτικά' με ένταση στη φωνή ας-με-ακούσει-όλη-η-παραλία τις αλλαγές στη ζωή της Μενεγάκη και διαμαρτύρονται γιατί τα τζιτζίκια ξεσήκωσαν τον κόσμο.

Σκηνή 4
Θέατρο Επιδαύρου φουλ κομπλέ: κύριος με ακτινίδια στο πουκάμισο, βεντάλιες πάνε κι έρχονται, λουκανικόπιτες με μυρωδιά που φέρνει ναυτία και κυρία με εσπαντρίγια και στρας. Πού πας μωρή βλαχάρα με το στρας;

Monday, July 19, 2010

Πανηγύρι, το παραδοσιακό


Όλο το καλοκαίρι στην Πελοπόννησο τρελαινόμαστε με τα πανηγύρια! Γιορτές στις πλατείες των χωριών, στα προαύλια των σχολείων και στις εκκλησιές στους περίβολους... Με αφορμή τους Αγίους ή την παραγωγή προϊόντων έχουμε και λέμε, γιορτή Πέτρου και Παύλου, Αγιών Αποστόλων, γιορτή του σκόρδου, Μαρίνας, γιορτή της μελιτζάνας, Ηλία, Παρασκευής, Παντελή, γιορτή της πατάτας, Μεταμόρφωση του Σωτήρος, κτλ., με αποκορύφωμα τη γιορτή της Παναγιάς.

Συνεχείς οι αφορμές και κάθε εβδομάδα του καλοκαιριού ο κόσμος μαζεύεται στα χωριά, στήνονται τραπέζια πλαστικά με τραπεζομάντηλα χάρτινα, καταφθάνουν μικροπωλητές, έρχονται οργανοπαίχτες και στήνονται γλέντια μέχρι το πρωί!

Από νωρίς την παραμονή της γιορτής του Αγίου μπαίνουν τα τραπέζια κι οι καρέκλες στον κεντρικό χώρο. Κατά μήκος του δρόμου που συνδέει την εκκλησία με την πλατεία, ή την εκκλησία με το χωριό, οι μικροπωλητές στήνουν πάγκους κι απλώνουν την πραμάτεια τους. Μπαίνουν στο πλάι οι γεννήτριες και συνδέονται δεκάδες φώτα. Όταν έρθει η ώρα η νύχτα θα είναι μέρα κατά μήκος της αγοράς.

Αρχίζει ο εσπερινός, οι καμπάνες χτυπάνε, οι κυράδες στολίζονται. Έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει. Οι άντρες και οι νεότερης ηλικίας απλά περνάνε για να προσκυνήσουν την εικόνα και να ανάψουν ένα κερί. Μετά βόλτα βιαστική στην αγορά και γρήγορα στην πλατεία για να πιάσουν τραπέζι. Δε μπορούν να το ρισκάρουν, είδαν κόσμο στην εκκλησία και μόλις τελειώσει η λειτουργία όλοι θα 'διεκδικήσουν' τη θέση τους στην πλατεία του χωριού.

Πράγματι, αργότερα η πλατεία γεμίζει από κόσμο. Η νύχτα έχει πέσει για τα καλά. Ο γνωστός βρίσκει το γνωστό και γίνονται παρέες μεγάλες.

Οι οργανοπαίχτες παίρνουν θέση και ετοιμάζουν τα όργανα: "ένα, δύο, τεστ, τεστ".

Περιφερειακά στην πλατεία έχουν απλωθεί οι πάγκοι με τα φαγητά. Πρωταγωνίστρια η γουρνοπούλα, δηλαδή γουρουνόπουλο ψητό στη σούβλα! Τύπος με ποδιά και μαχαίρα περιμένει πίσω από τον πάγκο την παραγγελία.
- Βάλε 2 κιλά, να μην έχει λίπος.
- Είναι γάλακτος.
- Κόψε.
- Κάνε άκρη, λερώνει!
- Βάρα σου λέω!
Και το θαύμα γίνεται! Φεύγεις φορτωμένος με σακούλα νάυλον και καμιά δεκαριά λαδιές να κοσμούν την αμφιέση σου. Τα περιεχόμενα της σακούλας 2 κιλά γουρνοπούλα τυλιγμένο σε χαρτί κρεοπωλείου και αλουμινόχαρτο στριφογυριστό με ανάμικτο αλατοπίπερο. Από άλλον πάγκο προμηθεύεσαι ψωμί, αγγουροντομάτα σε αλουμινένιο βαθύ πιάτο και γραβιέρα κομμένη σε μπαστουνάκια τυλιχτή σε μπακαλόχαρτο. Αυτά επί 2 για να φτάνουν όλοι. Σήμερα, μπορείς να προμηθευτείς (δωρεάν αυτά) και πλαστικά πιάτα και πλαστικά πιρούνια. Παλιότερα όλα με τα χέρια γίνονταν...

Αν η αφορμή της γιορτής είναι κάποιο τοπικό προϊόν, εννοείται πως οι νοικοκυρές του χωριού έχουν φροντίσει να προμηθεύσουν το μανηγύρι με αντίστοιχες μαγεριές: πατάτες με σέλινα, τηγανητές αγκινάρες με σκορδαλιά, μελιτζάνες μουσακά, ...

Στο τραπέζι όλοι κάνουν στην πάντα να ακουμπήσεις τα πράγματα. Το χαρτί κρεοπωλείου μαζί με το περιεχόμενο του μπαίνει σε κεντρικό σημείο για να φτάνουν όλοι. Ο πιο 'τολμηρός' αναλαμβάνει να σηκώσει τα μανίκια, να χωθεί ως τους αγκώνες (περίπου) μέσα στο κρέας και να το κόψει σε μερίδες (περίπου). Ανοίγει και το στριφογυριστό αλουμινόχαρτο και ρίχνει μπόλικο αλατοπίπερο. Τη θέση τους στο τραπέζι βρίσκουν και τα παρελκόμενα.

Αρχίζει το κλαρίνο. Αρχίζει και το φαγητό. Σηκώνεις το χέρι και φτάνει το παιδί με μπύρες σε έναν κουβά.
- Πόσο τις έχεις;
- 2,5 τη μία.
- Άσε 4.
- Φέρε 10.
Αν η παρέα είναι μεγάλη, πας στον πάγκο με τα ποτά. Ζητάς καμιά εικοσαριά μπύρες, σκύβει ο τύπος μέσα σε βαρέλι μεγάλο με πάγο και σου γεμίζει τη σακούλα με όσα ζήτησες.

- Γειά μας!
- Χρόνια πολλά τα πανηγύρια μας!

Και παίζει το κλαρίνο και κάποιοι ακόμα τρώνε και τα παιδιά πάνε κι έρχονται με τους κουβάδες και τις μπύρες και κάποιοι μερακλήδες έχουν στήσει ήδη χορό.

Ενδιάμεσα κάνεις βόλτα στην αγορά, όλο και κάτι υπάρχει να ψωνίσεις που ως τώρα δεν ήξερες πως το χρειαζόσουν.

Και πάλι χορό και πάλι μπύρες! Κι οι ομογενείς μας (που τους έχουμε πολλούς) φορούν χρυσό δαχτυλίδι, χορεύουν τσάμικο μόρτικο και σκύβουν μπροστά από το πάλκο για να ακουμπούν το αυτί τους στον κλαρίνο. Παλιότερα (που είχαμε δραχμές) πετούσαν και δολλάρια για εφέ, είναι πολύτιμα πια.

Ενδιάμεσα τρως λουκουμάδες για γλυκό.

Και πάλι χορό και πολλές μπύρες! Μέχρι το ξημέρωμα...

Παιδιά μάς έπαιρναν οι γονείς μαζί τους στα πανηγύρια. Ίσως να βαριόμασταν τότε. Μας 'πίεζαν' και να χορέψουμε καλαματιανό οπότε... Τα συμπάθησα με τον καιρό, μετά έγιναν συνήθεια, τώρα παίρνω τους φίλους μου μαζί. Προσπαθώ να μην τους πιέζω να χορέψουν καλαματιανό...

Tip: Μετά την γουρνοπούλα, η χαρτοπετσέτα δεν κάνει δουλειά. Για να καθαρίσεις τα χέρια σου απλά τα ξεπλένεις με μπύρα. Κάνει θαύματα!

Monday, July 12, 2010

Μια άλλη πλευρά της καθημερινότητας...

... όχι και τόσο ευχάριστη.
Αξίζει να ρίξουμε μια 'κοντινή' ματιά.





by NicosReth

Monday, July 5, 2010

Η αυλή της κυρά-Τσεβής

Με αφορμή την ανάρτηση της Zekia και ένα τελάρο βερίκοκα ευλαβικά βαλμένο στο ψυγείο με κατέκλυσαν θυμίσεις από τα καλοκαίρια τα παλιά...

Ο παππούς μάς είχε αφήσει νωρίς, ήμουν δεν ήμουν τεσσάρων χρονών, κι η γιαγιά 'ξεχειμώνιαζε' μαζί μας. Κάθε χρόνο, τέτοιος καιρός θα ήταν, ίσως και λίγο πρωτίτερα, είχαν μόλις τελειώσει τα σχολεία, ο μπαμπάς μας είχε αγοράσει τις "Χαρούμενες Διακοπές", είχαμε φορτώσει τα ρούχα, τα μαγιό και τη γιαγιά και φέυγαμε για το χωριό. Ήταν η περίοδος συγκομιδής των βερικόκων!

Συνοδηγός η γιαγιά, πάντα, γυναίκα επιβλητική. Στο πίσω κάθισμα η μαμά, η αδελφή μου κι εγώ. Σε όλη τη διαδρομή η γιαγιά κρατούσε μια poly-bag με φρυγανιές, τις μασουλούσε σε όλο το ταξίδι, για να μην ζαλίζεται έλεγε. Κάτι θα ήξερε... Η μαμά κι η αδελφή ζαλίζονταν και ξεζαλίζονταν δέκα φορές μέχρι να φτάσουμε στο χωριό, κρατούσαν poly-bag για άλλο πράγμα εκείνες.

Φτάναμε, ξεφορτώναμε, η μαμά κι η γιαγιά πιάνανε τις δουλειές, να ξεβρωμίσουνε το σπίτι και την αυλή. Ο μεγάλος αδελφός του μπαμπά έμενε εκεί, μα τι να περιμένεις από έναν εργένη; Ο μπαμπάς κι ο μικρότερος αδελφός του οργανώνανε τη συγκομιδή, τελάρα, εργάτες, μεροκάματα. Η αδελφή μου κι εγώ απλά κάναμε χαρές, βρίσκαμε παρέα τα ξαδέλφια μας εκεί!

Το σπίτι ήταν μικρό, είχε κουζινάκι με πέτρινο νεροχύτη και γκάζι, και λουτροκαμπινέ πρόσθετο κολλημένο εξωτερικά στο σπίτι. Όχι κάτι σπουδαίο δηλαδή...

Η αυλή όμως, τη λάτρευα τούτη την αυλή! Δεξιά κι αριστερά στην είσοδο, κατά μήκος του μονοπατιού, είχε φυτέψει η γιαγιά λουλούδια και γιασεμιά. Μεγάλα γιασεμιά, ψηλά ως επάνω, τα κλαδιά σκέπαζαν σχεδόν το μονοπάτι. Και μόλις έπεφτε το βράδυ κι έπιανε να δροσίζει πόση μυρωδιά έβγαζαν τούτα τα γιασεμιά! Έχει συντροφεύσει όλη την παιδικότητά μου εκείνη η μυρωδιά... Κλείνω τα μάτια και νομίζω πως μπορώ ακόμα να τα μυρίζω τα γιασεμιά...



Στο τέλος του μονοπατιού (και των φυτών της γιαγιάς) από την αριστερή πλευρά είχε στηθεί, από την εποχή που υπήρχε ακόμα ο παππούς, μια κούνια. Γίνονταν μάχες γύρω από αυτήν κούνια! Δεξιά άνοιγε το κυρίως μέρος της πλατειάς αυλής, στη μια πλευρά της οποίας ήταν το σπίτι και στην άλλη άκρη πηγάδι με μαγκάνι και καπάκι για να αποφεύγονται τα ατυχήματα. Μια πορτοκαλιά δίπλα από την είσοδο του σπιτιού έδινε χρώμα και περίσσιο άρωμα στην αυλή.

Πίσω από το πηγάδι, ο ξυλό-φούρνος της γιαγιάς. Πόσες πίτες, πόσα ψωμιά, πόσα ταψιά έμπαιναν κι έβγαιναν σε εκείνον τον φούρνο! Ήταν αλήθεια σπουδαία μαγείρισσα η γιαγιά! Τα γεμιστά της και οι πίτες της, ποτέ δεν έχω φάει νοστιμότερα! Πιο πίσω ήταν το κοτέτσι και το κτήμα του μπαμπά με λογής λογής δέντρα, πορτοκαλιές, λεμονιές, μανταρινιές. Κρυβόμασταν και παίζαμε πίσω από τα δέντρα, κυνηγάγαμε τζιτζίκια, σκαρφαλώναμε και τρώγαμε μανταρίνια.

Οι γονείς έφευγαν αχάραγα για τα κτήματα, να προλάβουν να μαζέψουν πριν να πιάσει η ζέστη του μεσημεριού. Εμείς ξυπνούσαμε αργότερα και βρισκόμασταν όλα τα ξαδέλφια στην αυλή της γιαγιάς. Η γιαγιά μαγείρευε, εμείς παίζαμε. Με μια τεράστια τριχιά, αφύσικα μεγάλη για τα μικρά μας χέρια, κάναμε σχοινάκι.



Παίζαμε και κρυφτό και αγαλματάκια ακούνητα και κουτσό. Η γιαγιά μας φώναζε για να φάμε αυγό μελάτο και να πιούμε πορτοκάλι. Μας μάλωνε αν κάναμε φασαρία και μας έβαζε τιμωρία στο δωμάτιο αν επιμέναμε να είμαστε ατίθασες.

Σαν μεγαλώσαμε λίγο, οι γονείς μάς ξυπνούσαν νωρίς, μας φορούσαν καπέλα και μας έπαιρναν μαζί στο κτήμα. Δίναμε κουβάδες στους μεγάλους, αδειάζαμε γεμάτους κουβάδες στα τελάρα, μαζεύαμε βερίκοκα από κλαδιά χαμηλά. Εργάτες κι εμείς, με μεροκάματο ένα απογευματινό παγωτό ή χαρτζιλίκι που απογευματινό παγωτό γινόταν έτσι κι αλλιώς.



Το μεσημέρι, μέχρι η γιαγιά να στρώσει το τραπέζι, μας φόρτωναν στο αγροτικό, μαζί με όλον τον εξοπλισμό, και μας κατέβαζαν στην παραλία. Ένα γρήγορο ουζάκι οι μεγάλοι, fanta μπλε και μια γρήγορη βουτιά τα παιδιά. Μετά στο σπίτι, πλύσιμο με το λάστιχο στην αυλή και καθαροί στο τραπέζι για το φαγητό της γιαγιάς. Είχε ησυχαστήριο μετά κι όποιος είχε αντίθετη γνώμη έμπαινε τιμωρία από τη γιαγιά. Α, η γιαγιά είχε κανόνες και η δημοκρατία δεν ήταν το φόρτε της! Εκτός από τα τζιτζίκια, αυτά ήταν ελέυθερα και ξεσήκωναν τον κόσμο όλο!

Τα απογεύματα οι μεγάλοι πήγαιναν για λίγο στο κτήμα. Εμείς παιχνίδι κλασσικά. Η γιαγιά σκούπιζε την αυλή, πότιζε τα φυτά και μετά έφτιαχνε μαρμελάδα βερίκοκο ή βύσινο γλυκό. Έρχονταν και φίλες της και τότε έβγαζε την ποδιά και καθόταν μαζί τους στην αυλή, τις κερνούσε κι έλεγαν νέα του χωριού για ανθρώπους που δεν ήξερα.

Τα βράδια βγαίναμε βόλτα με τους γονείς στην πλατεία. Μας έπαιρναν κανένα σουβλάκι που και που, ήταν η ανταμοιβή μας αν είχαμε δουλέψει αρκετά το πρωί.

....

Γυρίζω πίσω σε εκείνη την αυλή πολύ συχνά. Η γιαγιά δεν υπάρχει πια. Ούτε τα γιασεμιά! Ο μεγάλος αδελφός του μπαμπά δυσκολευόταν με τα φύλλα, φάρδυνε το τσιμεντένιο μονοπάτι και πέταξε την κούνια. Ευτυχώς το πηγάδι είναι ακόμα εκεί κι η πορτοκαλιά...