Monday, May 23, 2016

Είμαι η Μαίρη Παναγιωταρά

Σαφώς! Σαφέστατα!
Μια εργαζόμενη μητέρα, μια άστα να πάνε νοικοκυρά. Που αν δεν ήταν η Βιολέτα να μας ξαραχνιάζει φωλιές θα είχαν κάνει τα φίδια εδώ μέσα! Μόνο που δε μπορώ να καταλάβω πως της αυθεντικής έχει πέραση ο κω. Εγώ και ο κω μου είμαστε υπό κατάρρευση πάντως.



Η μέρα μου ξεκινάει πριν να βγει ο ήλιος, γύρω στις 5:30 δηλαδή. Έλα όμως που εκείνη την ώρα βγαίνει η μικρή για να κλείσει το πρόγραμμα! Να μην είναι η μανούλα της στο ακροατήριο; Λέει μερικά άσματα ελαφρολαϊκά για καμιά ωρίτσα εκεί πέρα και μετά την πέφτει για ύπνο ξανά. "Ωραία", σκέφτομαι, "μου μένει λίγη ώρα ακόμα για να κοιμηθώ κι εγώ". Πριν να ακουμπήσω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι, κλαίει ο γιος γιατί είδε εφιάλτη. Τον αγκαλιάζω, τον ηρεμώ, τον σκεπάζω, πάω πίσω να ξεραθώ. Ροχαλίζει σαν οτομοτρίς ο καλός μου. Τον χαϊδεύω, τον σκουντάω, τον κλοτσάω, τον ξυπνάω και βολεύομαι. Φεύγει η πιπίλα της μανδάμ και καλεί σε βοήθεια. Πετάγομαι επάνω, κουτουλάω κάποιο ντουβάρι, της βάζω την πιπίλα, σέρνοντας φτάνω στο κρεβάτι και ξαπλώνω ξανά.

Κι εκεί πάνω που με έχει πάρει ο ύπνος ο γλυκός (για κανένα δεκτάλεπτο, μην φανταστείς!) λαλάει ο πετεινός 7:30 ακριβώς: "μπαμπά έλα, άλλο νάνι μπα"! Μα να μη σου πω τίποτα για τον πατέρα σου πρωινιάτικα!

Του δίνω το γάλα στο κρεβάτι μας κι αμέσως μετά μπαίνει στην πρίζα. Σκαρφαλώνει στον πατέρα του και με τη φτέρνα του με πετυχαίνει στον καρίτζαφλο, κάνει να κατέβει και τρώω αγκωνιά στο στήθος ενώ ο πατέρας του τρώει κλοτσιά στα αχαμνά. Ωχ ο ένας, βαχ η άλλη, "πάνος Θησέας" αυτός! Μετά ο μικρός θεωρεί ότι είναι καλή ιδέα να χοροπηδάει στο κρεβάτι μας, "το καλάμι μου", "τα παΐδια μου", "το στομάχι μου"...

Κι αυτή η ωραία οικογενειακή ατμόσφαιρα διακόπτεται ξάφνου από τη φωνή της σουρλουλούς. Τη φέρνω στο κρεβάτι μας. Η μικρή χασκογελάει, ο μικρός της λέει να είναι καραγκιόζης και της τραβάει το χέρι για να της δείξει. Ο καλός μου, χωρίς παιδί σκαρφαλωμένο επάνω του, βρίσκει ευκαιρία να κοιμηθεί. Εγώ κρατάω τα χέρια του μωρού να μην τα εξαρθρώσει ο μικρός. "Αχ μάνα μου, ωχ μανούλα μου", της λέει να μας πει και η μικρή χασκογελάει ακόμα. Μετράω τα δάχτυλα της και είναι όλα εκεί ακόμα.

Ώρα για έγερση. Ο καλός μου αλλάζει την πάνα του μικρού και τον ντύνει. Μετά κλείνεται στο μπάνιο. Εγώ αλλάζω την πάνα του μωρού και το ντύνω. Μετά παίρνει φωτιά ο κόρφος μου! Να ανοίξω τα παντζούρια να μπει φως και τα τζάμια να μπει φρέσκος αέρας, να βάλω ψωμί να ψηθεί, να στρώσω το τραπέζι, να βάλω την πιπίλα της μικρής, να φτιάξω καφέδες, να βρω τον Κολλητήρη του μικρού, να βράσω νερό, να βάλω τυρί και μέλι στο τραπέζι, να κρεμάσω παιχνίδια στο ριλάξ γιατί βαρέθηκε το μωρό, να δώσω νερό στον γιο, ωχ άρπαξε το ψωμί, να αλείψω τις φέτες, κρύωσαν οι καφέδες, "θα βγεις καμία ώρα από το μπάνιο;", να φάω, να δώσω κρέμα στη μικρή, να ετοιμάσω τάπερ για τον καλό μου να πάρει στη δουλειά, να δώσω νερό στον γιο, "μπάσε καλό σου νεροκαΐλα πρωί-πρωί!", να βάλω την πιπίλα της κόρης, να πιω καφέ, κόκαλο έγινε ο καφές, να χαιρετήσουμε τον μπαμπά "γεια σου μπαμπά! στείλε παιδί μου φιλάκι στον μπαμπά!" Κι έτσι περνάει μισή ώρα από όταν σηκωθούμε από το κρεβάτι...

Μετά είναι εύκολο. Μένει μόνο να στρώσω τα κρεβάτια, να δώσω φρούτα στον μικρό, να θηλάσω τη μικρή, να αλλάξω 4-5 φορές πάνα στο καθένα, να φάμε μεσημεριανό, να παίξουμε οπωσδήποτε, και να τα καταφέρω να κοιμηθούν για μεσημέρι. Όπου φυσικά όταν ξαπλώνει η μικρή είναι ακριβώς η ώρα που ξυπνάει ο μικρός.

Μετά έχει πάει η ώρα 5-6 το απόγευμα και κάνω λίγη ακόμα υπομονή μέχρι να νυχτώσει.  Εντωμεταξύ, έρχεται ο καλός μου κατάκοπος από τη δουλειά, αράζει στον καναπέ και του φτιάχνω καφέ. Αν έχει κουράγιο πάνε με τον μικρό στις κούνιες κι εγώ τότε ξεκουράζομαι λίγο με την μικρή να κρέμεται από πάνω μου· αυτό είναι χαλάρωση!

Μένει μόνο μετά να τα κάνουμε μπάνιο, αυτός τον γιο κι εγώ την κόρη, να τους δώσουμε γάλα, αυτός στον γιο κι εγώ στην κόρη, να τους διαβάσουμε παραμύθια, αυτός στον γιο, η κόρη είναι ακόμα πολύ μωρό, και να τα βάλουμε για ύπνο, αυτός τον γιο κι εγώ την κόρη.

Μετά ο καλός μου κάθεται στον υπολογιστή να τελειώσει κάτι. Εγώ μαζεύω λίγο το καθιστικό, ετοιμάζω πλυντήριο ρούχων και πιάτων, έχουμε νυχτερινό ρεύμα, αποστειρώνω τις μποτίλιες, μαγειρεύω για την επόμενη, ετοιμάζω κάτι ελαφρύ για βραδινό, τρώμε, κάνω ντουζ, τσεκάρω τα παιδιά, σβήνω το φαγητό, έχει πάει 12:30 και ... "ποιον κω; έχει κοτόπουλο μπούτι στο φούρνο αν θες!" Με τις υγείες μου!

Καληνύχτα σας...

Wednesday, March 2, 2016

Το ένα παιδί καλό παιδί, τ' άλλο γαμώ τη μάνα του!

Είχαν αρχίσει να στρώνουν τα πράγματα στη ζωή του ζευγαριού. Ο πιτσιρικάς κοιμόταν τώρα πια μονορούφι 10 ώρες τις νύχτες, ανάσταση για το ζευγάρι της ιστορίας μας! Έπειτα, όλοι μαζί μετακόμισαν στη Γερμανία· να δει το μάτι σου φαρδιά πεζοδρόμια χωρίς κολώνες φυτεμένες στη μέση και ράμπες χωρίς παρκαρισμένα αυτοκίνητα και εστιατόρια που δεν είναι τεκές και παιδικά καθίσματα σε όλα τα καφέ και αλλαξιέρες σε όλες τις τουαλέτες και μια δουλειά που δεν τους έτρωγε χρόνο από τα απογέυματα και  ... Τελικά, πρέπει να αφιερώσω μια άλλη ιστορία για αυτή τους την εμπειρία.


Πέρασαν έτσι, με γέλια, παιχνίδια, παρέες κι εκδρομές, 6 μήνες πριν να γυρίσουν πάλι στην Ελλάδα, τέλος Φλεβάρη ήτανε, ο πιτσιρικάς χρόνιζε, το κανονικό τους σπίτι τους περίμενε, οι γονείς του επέστρεφαν στις κανονικές τους δουλειές. Στην καρδιά του χειμώνα στη Γερμανία αλώνιζαν. Στην Ελλάδα έκαναν γούβα στους καναπέδες! Αυτό θα πει κανονικότητα...

Πόσες ταινίες να δει πια το ζευγάρι; Άλλο ένα βράδυ με ολόγιομο φεγγάρι το έκανε το θαύμα του και να' τη πάλι η ροζ γραμμή. Τουτέστιν, πάμε πάλι από την αρχή. Τουλάχιστον σε αυτή τη φάση δεν είχε καρίερα στο τένις η μανδάμ!

Το τι έγινε μετά, αυτή τη φορά, περιγράφεται πολύ εύκολα: δεν έδωσε κανείς σημασία! Με λίγα λόγια δηλαδή, το ένα παιδί καλό παιδί, τ' άλλο γαμώ τη μάνα του! Από εκεί που ο καλός της τής ετοίμαζε πρωινό με φρεσκοστιμένο χυμό, τώρα της ζητούσε να του  φτιάξει τοστ και να του βάλει ένα ποτήρι από το χυμό του σούπερ μάρκετ (βιαζόταν να φύγει ο άνθρωπος, μπα!). Η πεθερά αναφώνησε "πάλι;",  ζήτησε πίσω το πουπουλένιο της μαξιλάρι (ένιωθε κάτι ποναλάκια στη μέση), και δήλωσε πως δε θέλει με τίποτα το παιδί να πάρει το όνομά της (που τελείως τυχαία το είχαν δώσει ήδη στην αντρική του έκδοση στο πρώτο τους παιδί).


Κι εννοείται πως η μανδάμ (τι να την πω πια κι αυτή που ήθελε κι άλλη εγκυμοσύνη στην ηλικία της; τώρα που το σκέφτομαι βέβαια, η μήτρα της τελικά καθόλου δεν είχε ατονίσει) δούλευε κανονικά, φρόντιζε το σπίτι, μαγείρευε, έπαιζε με το παιδί, και τέλος πάντων έκανε ό,τι προβλέπεται να γίνει από μια εργαζόμενη μητέρα. Καμιά φορά, όταν την έβλεπαν ζαλωμένη με τον 13 κιλών πια γιο, ίσως να της έλεγε κάποιος "τι θες και τον σηκώνεις ολόκληρο γάιδαρο;". Να προσφερθεί βέβαια αυτός ο κάποιος να το ανεβάσει το 18 μηνών παιδί στην καρέκλα για να φάει ούτε λόγος!

Αν δεν ήταν και οι προβλεπόμενες από τον γιατρό εξετάσεις, η κιουρία καθόλου δε θα θυμόταν ότι ήταν έγκυος. Αν και ποια εγκυμοσύνη; Στις εξετάσεις είχαν και τρώγονταν όλοι οι της άσπρης ρόμπας με την ηλικία της! "Πόσο είπαμε ότι είστε; Πόοσο;" (καλά χριστιανέ μου, πώς κάνεις έτσι;) ή "Είστε πάνω από 35, οι πιθανότητες για το σύνδρομο δεν-έχει-συμβεί-ποτέ-σε-κανένα ανεβαίνουν κατακόρυφα!" (κι αν ξέρουν αυτοί τι σημαίνει πιθανότητα, η μανδάμ μπορούσε να τους βγάλει τη σκωληκοειδίτιδα στο άψε σβήσε) ή "Στην ηλικία σας προβλέπονται 324 επιπλέον εξετάσεις, όχι ότι θα συμβαίνει κάτι" (τι να συμβεί δηλαδή; μόνο που θα της πάρετε και την καλή της την κιλότα στο τέλος). Μάταια προσπαθούσε να τους πει ότι δεν είναι η Σάρα, μάταια τους έβαζε κάτω τα μαθηματικά και τους έβγαζε ακριβώς τα ποσοστά. Έξιναν λίγο το κεφάλι τους, έμοιαζαν κάπως να το σκέφτονται και μετά (χωρίς τελικά να έχουν ακούσει ή καταλάβει τίποτα) της απαντούσαν "Φαίνεται πως έχετε δίκιο, αλλά είστε πάνω από 35!". Άι σιχτίρ, το ήξερε, για νέο της το έλεγαν; (Και στην συνομοταξία των γιατρών πρέπει να αφιερώσω μια ιστορία οπωσδήποτε!)

Κάποιο πρωινό, ετοιμάζονταν για εκδρομή, ο δρόμος τους τούς έβγαλε στο νοσοκομείο. "Βρε", χρονιάρες μέρες καθώς ήταν, "δεν μπαίνουμε να ευχηθούμε", σκέφτηκε το ζευγάρι. Την μπουζουριάσανε την κιουρία! "Τ' ανάσκελα", της είπαν, "για όσο χρειαστεί!" "Για πόσο δηλαδή;" Δεν της απάντησε κανείς... Έμεινε εκεί να κοιτάει από το παράθυρο τις εποχές να αλλάζουν. Οι υπόλοιποι είχαν και δουλειές, μαζί της θα ασχολούνται;


Ξεχάστηκε ο γιος, βιάστηκε η κόρη. Κρατήθηκε δηλαδή μέχρι την πρώτη μέρα που η μανδάμ μπήκε στο μήνα της, άλλο δεν άντεχε! Εμφανίστηκε στο δωμάτιο με μάτι ζωηρό και συνωμοτικά την κοίταξε, "Έχεις αντοχές; Τώρα είμαι κι εγώ εδώ!". Με τις υγείες της!

Tuesday, March 1, 2016

Μια ευκαιρία για τον Παύλο!

Για να έχουμε όλοι μας δικαίωμα στο χαμόγελο... Καλό μήνα!

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από το blog της Κατερίνας KapaWorld.


Ο Βασίλης είναι ο μπαμπάς του Παύλου. Ο Βασίλης έχει νονά τη μαμά μου, οπότε είναι σαν να λέμε πνευματικός της γιος. Αυτό πάντα μας έκανε λίγο...συγγενείς. Όταν ήμασταν μικρά και πηγαίναμε στο χωριό ο Βασίλης που είναι λίγο μεγαλύτερος μου κρυβόταν στα σκοτάδια και όταν περνούσαμε με την ξαδέρφη μου μας κατατρόμαζε και ουρλιάζαμε σαν χαζές. Μεγάλο κάθαρμα  ο Βασίλης που από μικρή με φώναζε κουμπάρα για να μου σπάσει τα νεύρα και πάντα τα κατάφερνε! Τελικά κατάφερε να με κάνει και κανονική του κουμπάρα μιας κι εγώ τελικά τον πάντρεψα!!!

Ο Βασίλης ήταν πάντα ένα χαρούμενο παιδί, έτσι τον θυμάμαι πάντα, μα τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει...
Έχει τρεις γιους. Περήφανος για τον κάθε έναν από αυτούς, μα εδώ και δυο χρόνια ζει το αδιανόητο γιατί η οικογένεια του ζει το αδιανόητο!

Θα σας συστήσω τον μεσαίο του γιο τον Παύλο. Ο Παύλος είναι δεκαεπτά χρονών, όμορφος σκέτο αστέρι αφού κατάφερε και πήρε τα πιο όμορφα χαρακτηριστικά και των δυο γονιών του! Τρελαίνεται να παίζει μπάσκετ, να ζει έντονα, να βγαίνει με τους φίλους του...αγαπά τους υπολογιστές και τη μουσική...μα  δεν μπορεί να χαρεί τίποτε από όλα αυτά γιατί τα τελευταία δύο χρόνια έγινε μαχητής της ζωής. Της δικής του ζωής.


Διαγνώστηκε με μια επιθετική Λευχαιμία τύπου Τ και παρόλο που ο αδερφός του είναι συμβατός δότης ο οργανισμός του δεν δέχθηκε την μεταμόσχευση μυελού των οστών...κι αυτό έφερε μια ακόμη ανατροπή, μια αγωνία και μάχη με το χρόνο...Ο Παύλος πρέπει άμεσα να φύγει στην Αμερική! Στην Βοστόνη. Στον τόπο των θαυμάτων. 

Τα παιδιά ζουν σε ένα μικρό χωριό στον τόπο καταγωγής της μαμάς μου κι είναι εντυπωσιακό πως όλο το χωριό κινητοποιήθηκε κι άρχισε να διοργανώνει εράνους και μπαζάαρ και κάθε λογής διοργανώσεις με στόχο να μαζευτούν χρήματα και κατάφεραν πολλά, μα απέχουμε πολύ από το στόχο! Είναι εντυπωσιακό και συγκινητικό πολύ πως μια μικρή και φτωχική κοινότητα ανθρώπων οργανώνεται για να βοηθήσει μια οικογένεια που υποφέρει. Για να χαρίσει ελπίδα, σε ένα παιδί!
Είναι εντυπωσιακό πως ένα παιδί που κινδυνεύει γίνεται χωρίς δεύτερη σκέψη, παιδί μας! 
Με συγκίνησε αυτή η αυταπάρνηση, αυτή η τρομερή δύναμη των ανθρώπων...

Στο τηλέφωνο ο Βασίλης ήταν σκεπτικός. "Είναι πολλά τα χρήματα που χρειαζόμαστε" μου είπε...μα δεν γίνεται να απογοητευτούμε και να μην προσπαθήσουμε. Δεν γίνεται να μην δώσω στο παιδί μου αυτή την ελπίδα!"

Δεν μιλούσα πια με το Βασίλη, τον φίλο, κουμπάρο, κολλητό από τα παλιά που κάναμε φάρσες και γελούσαμε. Μιλούσα με έναν πατέρα σε αγωνία. Σε φόβο...Πως είσαι; Τον ρώτησα. 
"Όσο ο  Παύλος είναι καλά και  δεν τα παρατάει είμαι καλά!" 
Συγκινήθηκα βαθιά... Πως είναι η ψυχολογία του παιδιού; τον ρώτησα ξανά.  
''Αν τον δεις θα σκεφτείς πως φαίνεται λίγο ταλαιπωρημένος κι είναι αδυνατισμένος, κατά τα άλλα είναι θηρίο! Δίνει μεγάλο αγώνα, παλεύει ασταμάτητα δυο χρόνια τώρα! και δίνει σε όλους μας δύναμη." Μιλούσε με τόση περηφάνια για το γιο του... Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα...

Το να κινδυνεύει η ζωή του παιδιού σου είναι κάτι το τρομερό. Ξέρω πως υπάρχουν εκατοντάδες, χιλιάδες άνθρωποι που ζουν με αυτό το φόβο που εμείς δεν μπορούμε να διανοηθούμε...μα τώρα, αυτοί οι τρομαγμένοι γονείς είναι άνθρωποι κοντινοί. Άνθρωποι που αγαπάμε, άνθρωποι που νιώθουμε την αύρα του τρόμου τους...

Αγαπημένοι...Αυτή η ανάρτηση αφορά ένα παιδί...Ένα δεκαεφτάχρονο πλάσμα, που έχει πολλά να δει και να νιώσει και να ζήσει και έχει δικαίωμα στο όνειρο και στην ελπίδα...Δυο χρόνια τώρα οι γονείς και τα αδέρφια του Παύλου ζουν με τη συνεχή απειλή, πως θα τον χάσουν και χρειάζονται να ανάψουν ένα φως στο σκοτάδι που ζουν.
Αν μπορούμε όλοι εμείς οι άνθρωποι να τους χαρίσουμε μια ευκαιρία...Μια ευκαιρία για το πολυτιμότερο αγαθό. Την ίδια τη ζωή!

Χρειάζονται πολλά χρήματα μα είμαστε κι εμείς πολλοί και το περίσσεμα μας λίγο, μα το περίσσεμα αγάπης πολύ!
Είναι Παρασκευή κι ακολουθούν ημέρες ξεκούρασης αγαπημένοι και αν μπορούμε όλοι αυτό το Σαββατοκύριακο να στερήσουμε από τον εαυτό ή από τα παιδιά μας κάτι μικρό, ένα σακουλάκι πατατάκια, ένα παγωτό, ένα σινεμά, μια μπύρα, μια πίτσα...και να προσφέρουμε αυτά τα δυο, τρία, πέντε ευρώ για να χαρίσουμε ελπίδα στο αγόρι μας!

Δεν σας το ζητώ αγαπημένοι, μα ελπίζω...ελπίζω πραγματικά στα θαύματα της ζωής κι εσείς με κάνατε να πιστεύω ακόμη περισσότερο στο θαύμα των ανθρώπων! 

Σας παραθέτω τον αριθμό μέσω του οποίου η οικογένεια προσπαθεί να συγκεντρώσει όσο πιο άμεσα γίνεται ένα αξιοσέβαστο και πολυπόθητο ποσό για να μπορέσει να μεταφερθεί ο Παύλος στη Βοστόνη.
ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ-ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΠΑΥΛΟΣ-ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ ΣΟΥΣΑΝΑ
ΑΡΙΘΜ.ΛΟΓ.428/537100-79
ΙΒΑΝ GR8101104280000042853710079
ΚΩΔ.SWIFT ΤΡΑΠΕΖΑΣ (BIC) ΕΤΗΝGRAA
ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ
Τηλέφωνο Επικοινωνίας Σουζάνα Κυριακίδου Μαμά Παύλου
6986789490
Μην με Λησμόνει
Δεν μένει να πω τίποτε άλλο παρά να στείλω τις ευχές μου εκεί έξω. Αγάπη αγαπημένοι. Αγάπη για όλους μα περισσότερη αγάπη για κάθε παιδί που μπορούμε να βοηθήσουμε, γιατί είμαστε δυνατοί μόνο αν είμαστε πολλοί!
Ένα πελώριο ευχαριστώ σε όλους για την κατανόηση για αυτή την ανάρτηση και Παύλο, θα σου στείλω το στίχο που τραγουδάω συνέχεια στους γιους μου! 

"Για χατίρι σου ξημερώνει αγόρι μου...Για χατίρι σου ξημερώνει!!!"
                                                                                                  Κατερίνα

Tuesday, February 16, 2016

Ένα παιδί μετράει τα άστρα

Κι έλεγε η πεθερά, όταν έβλεπε ότι αλλού βαρούν τα όργανα, "Αν σκέφτεστε το οικονομικό, πάρτε το εσείς απόφαση κι όλα τα έξοδα, γιατρός και μαιευτήριο, είναι δικά μου!". Σε εκείνες τις αγωνιώδεις της στιγμές (πως δε θα γίνει γιαγιά) αναπολούσε "Αααχ, εγώ όταν γένναγα τους γιους μου μονόκλινο πλήρωνε ο πεθερός σου!", για να συμπληρώσει μετά έντρομη με το ανεκδιήγητο "Εσύ σε τρίκλινο να γεννήσεις, ένιωθα πολύ μόνη!".

Ε, γέννησε η κοπέλα κι έφτασε η δικιά σου με ένα μάτσο γλαβιόλες, τελεία. Δηλαδή τι; Να δώσουνενε μια στο γιατρό, μισή στον αναισθησιολόγο, μια στις μαίες, δυο στο μαιευτήριο, να τους μείνουν και τρεισίμιση να βάλουνε στο βάζο, κομπλέ. Ανοιχτοχέρα!

Τέλος πάντων, όλα καλά πήγαν, γεννήθηκε ο υιός με το προαποφασιμένο όνομα, πάει ο πατέρας να τον δηλώσει στο ληξιαρχείο, "Μπουχλουμπής Μπουχλουμπόπουλος", τους λέει. "Α, χρειάζεται να είναι παρούσα και η μάνα για το 'Μπουχλουμπής'", του λένε. "Γιατί μόνο για αυτό;", απορεί ο πατέρας. Τον κοίταξαν πολύ λοξά και κατάλαβε. "Είναι τ'ανάσκελα με 50 πόντους τομή", τους απαντάει. "Να την χαίρεται!", του λένε και γράφουν στα χαρτιά του παιδιού 'Μπουχλουμπόπουλος Αβάφτιστο Άρρεν', τη σύχγρονη κοινωνία μου μέσα! (Η απείρου κάλους ιστορία που μετά ήθελαν να φύγουν οικογενειακά για Γερμανία και χρειαζόταν διαβατήριο το 'Αβάφτιστο' δεν είναι του παρόντος)

Τις 4 μέρες που έμειναν στο μαιευτήριο κρέμασαν ταμπέλα "ανοίξαμε και σας περιμένουμε", πέρασαν να τους δουν όλοι, γνωστοί κι άγνωστοι. Βασικά, όποιος έβλεπε φως έμπαινε, βρήκαν αφορμή να δουν ο ένας τον άλλο, καιρό είχαν να πουν τα νέα τους. Συνωστίζονταν καμιά δεκαριά μέσα στο δωμάτιο (ήταν που δεν χωρούσαν παραπάνω) και έκαναν πηγαδάκια. Αν ήθελε η μάνα να ταίσει το μωρό, αν έκλαιγε αυτό, αν νύσταζε η άλλη, αδιάφορο, μην είναι τούτοι οι γονείς εκτός από χαμένοι κι αγενείς! (Στο σημείο αυτό, επιτρέψτε στη μαθηματική μου φύση, να κάνω την παρατήρηση πως το τακτ στους ανθρώπους είναι αντίστροφα ανάλογο με την ηλικία τους. Κλείνει η παρένθεση.)


Εντωμεταξύ, εκείνο το μωρό πραγματικά διαφωνούσε με την απόφαση του γιατρού να το βγάλει στο δέκατο μήνα (κι όχι στα 18 του χρόνια!). Έδειχνε έντονα τη δυσφορία του κλαίγοντας συνέχεια και μένοντας άγρυπνο τις περισσότερες ώρες μέρας και νύχτας. Η μάνα, μεταξύ παυσίπονων κι ακινησίας, τα είχε τελείως χαμένα. Ο πατέρας φάνηκε κάπως πιο ψύχραιμος σε εκείνη τη φάση. Θα ήταν το σκατς ον δε ρόκς που μιλούσε, δεν εξηγείται αλλιώς!


Ένα ωραίο πρωί μάζεψαν το μωρό και τα μπογαλάκια τους κι επέστρεψαν στο σπίτι. Κλείνοντας την πόρτα ένιωσαν για μια στιγμή ότι όλα ήταν όπως πρώτα. Για μια στιγμή. Αμέσως μετά κατάλαβαν ότι αυτό ήταν μια μεγάλη μπαρούφα. Το Αβάφτιστο άρχισε να κλαίει και σταμάτησε ξανά περίπου όταν έκλεισε τους 6 μήνες. Εμ, τότε έπρεπε να το γεννήσεις κυρά μου, τίποτα δεν ξέρουν αυτοί οι γιατροί!

Επιπλέον, άρχισαν όλοι να έχουν γνώμη. Πράγμα που δεν είναι κακό δηλαδή, αν την κρατούν για τον εαυτό τους. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, αποφάσισαν να την εκφράζουν στο ζευγάρι σε τακτά χρονικά διαστήματα, όπως για παράδειγμα καμιά δεκαριά φορές την ημέρα. Ο καθένας!

"Κρυώνει το μωρό, ντύστο πιο ζεστά για να νιώθει όπως στην κοιλιά της μάνας του και να μην κλαίει" (άτιμε γιατρέ, εσύ και οι ιδέες σου να ξεγεννάς τις γυναίκες!)
"Ζεσταίνεται το παιδάκι, δεν το βλέπεις, πώς να ηρεμήσει;"(κάτι ξέρουν οι Σκανδιναβοί που τα έχουν και κοιμούνται έξω στο χιόνι)
"Μην τρως αγγούρι, πειράζει το μωρό" (οκ, άλλωστε μπορεί να έχει άλλη χρησιμότητα)
"Πιες βαρβιτουρικά, τον ηρεμούν" (αν ήταν νόμιμα...)
"Πεινάει το παιδί, φτιάξτου μια μοσχαρίσια να πάρει τα πάνω του!" (ε, ναι, όλο γάλα, γάλα, γάλα, το βαρέθηκε)
"Τον παραταΐζεις και πονάει η κοιλίτσα του, άμα έχει ενόχληση κοιμάται ο άνθρωπος;" (ναι, αφού πιεί σόδα)

"Κρυώνει κορίτσι μου το μωρό σου, τι δεν καταλαβαίνεις;" (γιατί πρέπει να επιμένεις!) 
"Έχετε λέμε πολύ ζέστη στο σπίτι σας, πάει και τέλος!" (σύμφωνα με ποιο ISO;) 

 Τι να κάνει η έρμη η μάνα; Να κοιμηθεί μια ώρα ήθελε, μόνο αυτό! (Τι; Να λουστεί και να φάει στο τραπέζι καθιστή; Χα, αυτά νεξτ γίαρ!) Το έντυνε το μωρό, το έγδυνε ξανά, έκοψε τις σαλάτες, άρχισε τα ελαφριά, έτρωγε ένα βόδι τη φορά, μετά έπινε σόδες, έριχνε έξτρα κουβέρτα στο παιδί, κι άνοιγε τα πορτοπαράθυρα να μπει ο κρύος αέρας. Τις διαφημίσεις της μέσα δηλαδή, που δείχνουν ζουμπουρλούδικα ξανθά μωρά να κοιμούνται γαλήνια. Τις πήρε και τις πάνες η έρμη, και τα βούτυρα, και τα γιαούρτια, τίποτα δε δούλεψε! 

Κι εκείνο τέλος πάντων, ήταν ένα παιδί μετράει τα άστρα, και τα σύννεφα, και τα πετούμενα του ουρανού, και γενικά σε εγρήγορση μη χάσει καμιά εξέλιξη. Κι εκείνης ήρθαν και κατέβηκαν οι μαύροι κύκλοι ως το σαγόνι της, το μαλλί έγινε ράστα δεμένο στην κορυφή του κεφαλιού της, και για να βγουν εκείνες οι γκρι φόρμες από πάνω της χρειαζόταν σπάτουλα. 

Ποιο μητρικό ένστικτο, ποια αγαλλίαση, ποια χαμόγελα αιώνιας ευτυχίας; Από την αϋπνία κόντευε να μην ακούει το μωρό της να κλαίει, πώς να ακούσει το μητρικό της ένστικτο και πράσινα άλογα; Ίσως πάλι η κοπέλα να ήταν ανίκανη να γίνει μάνα. Ναι, αλλά ας της έδιναν ένα τεστ να κάνει πριν. Έχασε κι εκείνο το τουρνουά τένις. Δηλαδή τι να το κάνει που κάπως τη συμπάθησε η πεθερά και της έδωσε γλαδιόλες; 

Ήρθε η μέρα όμως, που σαν κάτι να άλλαξε... Βρε μπας κι έπινε κι αυτή κρυφά σκατς ον δε ρόκς;

συνεχίζεται...

Thursday, February 11, 2016

Σήκω πάνω, κάτσε κάτω


Η κοπέλα (θα σταματήσω να την λέω νέα, στην ηλικία της είναι τραβηγμένο από τα μαλλιά), όχι δηλαδή ότι ήταν τίποτις επαγγελματίας, αλλά μετά από εκείνα τα 25 κιλά που έχασε στα νάτια της όλο και κάτι έκανε για να ξεκουνιέται και να διατηρεί την εξαίσια κορμοστασιά της. Μα σκι το χειμώνα, μα κολύμπι το καλοκαίρι. Εκείνη την περίοδο είχε πάθει εμμονή με το τένις: προπονήσεις, παιχνίδια, προετοιμασία για ένα ερασιτεχνικό τουρνουά. Τουτέστιν δηλαδή, ανάμεσα στη δουλειά, τον καλό της και τις βόλτες, πέρναγε κάμποσες ώρες καθημερινά κάτω από τον ήλιο να κυνηγάει εκείνο το σκασμένο το κίτρινο μπαλάκι.

Ένα ηλιόλουστο πρωινό (Παρασκευή ήταν) του Ιούνη, που συνέπεσε με τα γενέθλια του καλού της, μόλις μια μέρα πριν από την έναρξη του τουρνουά, ξεπρόβαλε εκείνη η ροζ γραμμή (αποτελέσμα του ποτού και του φεγγαριού). Τι τάιμινγκ ήταν αυτό χρυσή μου;

Το τι ακολούθησε μετά δεν περιγράφεται! Θα κάνω μια προσπάθεια... Ο καλός της δε μπόρεσε να φάει πρωινό! Και του συνέβει πρώτη και τελευταία φορά! Ως τώρα τουλάχιστον... Η κοπέλα γλίτωσε το δώρο για τα γενέθλια του. Αντί αυτού πήρε ένα ολοκαίνουριο ζευγάρι παπούτσια για τον εαυτό της. Τι; Υπάρχει καλύτερο δώρο από τέτοια νέα; Και, χελόου ήταν Παρασκευή, η καλύτερη μέρα της εβδομάδας! Εκτός από σημαδιακό, βόλευε για ένα ντίνερ πρώτης τάξης. Πήρε τηλέφωνο κι έκλεισε αμέσως. Επίσης, δεν πήγαν στη δουλειά. Σιγά να μην περίμενε από δαύτους καλοκαιριάτικα και παρασκευιάτικα να προαχθεί η επιστήμη. Ο καλός της λίγο μετά όμως πρόβαλε σοβαρές αντιρρήσεις (το 'απαγόρευσε' θα ακουγόταν βαρύ) για τη συμμετοχή της στο τουρνουά. Και της πεθεράς τής έπεσε το ακουστικό από τα χέρια μόλις έμαθε το νέο! Αφού το μάζεψε την αποκάλεσε 'καλό μου κορίτσι'. Κορίτσι!

Με αυτά τα δυο τελευταία γεγονότα συνειδητοποίησε η κοπέλα ευθύς την καινούρια έρα που πλησιάζε, η ζωή της θα ερχόταν σύντομα τούμπα... Ή είχε κιόλας έρθει;

Τους μήνες που ακολούθησαν, ο καλός της τής ετοίμαζε πρωινό με φρεσκοστυμένο χυμό, η πεθερά τής έβαζε πουπουλένιο μαξιλάρι στην καρέκλα κι ανακοίνωσε το όνομα του παιδιού (που σίγουρα θα ήταν αγόρι κατά την εκτίμηση της, ο γιος ο δικός της δε μπορεί να αστόχησε!). Εδώ (έτσι τυχαία) να σημειώσω ότι πεθερός και πεθερά τυχαίνει να έχουν το ίδιο ονοματάκι, ο κ. Μπουχλουμπής κι η κα. Μπουχλουμπού. Κι εννοείται πως η κοπέλα ήταν συνέχεια υπό στενή επιτήρηση. Να μην κάτσει χαμηλά, να μην ανέβει ψηλά, να μην κάνει δυο βήματα (ένα ήταν υπερ-αρκετό!), να μην κολυμπήσει, να φάει ντομάτες που έχουν λυκοπένιο (κι ας τις συχαίνεται), να μη φάει χταπόδι μπας και κολλήσουν οι βεντούζες στο μωρό κι έχουμε άλλα (που θα μας ακούσει κανείς γνωστικός και θα μας μπαγλαρώσει), και τα λοιπά και τα λοιπά. Ήμαρτον!

Την κατάσταση έσωσε κάπως το ότι από Σεπτέμβρη επέστρεψαν όλοι στις υποχρεώσεις τους και η κοπέλα έμενε κάμποσο μόνη. Και τότε καθόταν στο πάτωμα κι έκανε γιόγκα για να βγάλει το άχτι της. Μετά περπατούσε κανένα πεντάρι χιλιόμετρα για να αναζωογονηθεί. Ε, και στο τέλος έτρωγε ό,τι τραβούσε η ψυχή της. Αι σιχτίρ πια!

'Οπως αποδείχθηκε οι (κρυφές) της δραστηριότητες ουδόλως επηρέσαν αρνητικά την έκβαση της εγκυμοσύνης. Και κάπως έτσι πέρασε το φθινόπωρο, πέρασε κι ο χειμώνας, και δηλαδή θα είχε περάσει και η άνοιξη και το μωρό θα έβγαινε κατευθείαν για να πάει φαντάρος. Κάποια στιγμή όμως, ήρθε στο γιατρό μια αναλαμπή, "Σε ποιο μήνα είσαι;", ρωτάει την κοπέλα. "Στο δέκατο", του απαντάει αυτή.

Είχαν λίγο ξεχαστεί, όπως φάνηκε αργότερα αυτό δεν ήταν κακό, δεν είναι να ανυπομονεί κανείς σε τέτοιες περιπτώσεις.

συνεχίζεται...